Λιακόνι
Το λιακόνι είναι σαύρα με μακρύ, κυλινδρικό σώμα, που φτάνει τα 20 εκ. συνολικού μήκους. Έχει μικρό κεφάλι και μικρά, αδύναμα πόδια. Οι φολίδες του είναι λείες και γυαλιστερές. Η ράχη έχει χρώμα ανοιχτό καστανό προς κιτρινωπό και φέρει διάσπαρτες κηλίδες ωοειδούς σχήματος και λευκού χρώματος με μαύρες άκρες, ενώ η κοιλιά είναι πιο ανοιχτόχρωμη. […]
Το λιακόνι είναι σαύρα με μακρύ, κυλινδρικό σώμα, που φτάνει τα 20 εκ. συνολικού μήκους. Έχει μικρό κεφάλι και μικρά, αδύναμα πόδια. Οι φολίδες του είναι λείες και γυαλιστερές. Η ράχη έχει χρώμα ανοιχτό καστανό προς κιτρινωπό και φέρει διάσπαρτες κηλίδες ωοειδούς σχήματος και λευκού χρώματος με μαύρες άκρες, ενώ η κοιλιά είναι πιο ανοιχτόχρωμη. Η εξάπλωση του είδους είναι ευρεία, καθώς περιλαμβάνει μεγάλο μέρος της βορείου και βορειοανατολικής Αφρικής και της νοτιοδυτικής Ασίας. Στην Ευρώπη απαντάται κυρίως σε νησιά της Μεσογείου, όπως η Σαρδηνία, η Σικελία, η Μάλτα και η Κύπρος. Στην Ελλάδα παρουσιάζει μια ασυνεχή κατανομή στην ηπειρωτική χώρα, όπου το συναντάμε στην Αττική, την ανατολική Πελοπόννησο και τον Αμβρακικό κόλπο, ενώ βρίσκεται και σε αρκετά νησιά, όπως η Εύβοια, η Κρήτη, η Χίος, η Κάρπαθος και η Ρόδος. Το λιακόνι είναι ιδιαίτερα προσαρμοστικό και καταλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ενδιαιτημάτων. Απαντάται σε αμμώδεις περιοχές, άνυδρους θαμνότοπους με φρυγανική βλάστηση ή περιοχές με μακκία βλάστηση, σε καλλιέργειες και άλλα ανθρωπογενή ενδιαιτήματα, ακόμη και μέσα σε οικισμούς και πόλεις. Είναι κρυπτικό είδος, το οποίο συνήθως κρύβεται κάτω από πέτρες ή κορμούς δέντρων και θάβεται μέσα στην άμμο ή το μαλακό χώμα. Ακολουθεί ημερόβιο πρότυπο δραστηριότητας αν και κατά του θερμούς μήνες του καλοκαιριού δραστηριοποιείται περισσότερο νωρίς το πρωί και αργά το απόγευμα. Η διατροφή του περιλαμβάνει κυρίως εδαφόβια ασπόνδυλα. Είναι ωοζωοτόκο είδος και τα θηλυκά γεννούν 2-10 ζωντανά μικρά. Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα IV της Οδηγίας των Οικοτόπων 92/43/ ΕΟΚ και στο Παράρτημα II της Σύμβασης της Βέρνης.