Μοναδική Ελληνική Βιοποικιλότητα
Ο όρος θερμό σημείο βιοποικιλότητας αναφέρεται σε λίγες και γεωγραφικά περιορισμένες περιοχές του πλανήτη που φιλοξενούν σημαντική ποικιλότητα ειδών τα οποία απειλούνται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Στον παγκόσμιο χάρτη, ανάμεσα στις μόλις 35 περιοχές αυτής της κατηγορίας, απεικονίζεται ολόκληρη η Μεσόγειος, καθώς σε αυτή ζουν χιλιάδες ενδημικά είδη φυτών και ζώων, ενώ ταυτόχρονα η ανθρώπινη παρουσία, και άρα οι πιέσεις και απειλές που δέχεται η βιοποικιλότητα, μετρά πολλές χιλιάδες χρόνια. Η Ελλάδα, χάρη στη μοναδική της βιοποικιλότητα, ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες περιοχές της λεκάνης της Μεσογείου. Η ιδιαίτερη γεωγραφική θέση της χώρας στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, η παλαιογεωγραφική της ιστορία και ο υψηλός νησιωτισμός είναι οι βασικές αιτίες για τις πολύ υψηλές τιμές ποικιλότητας στην πανίδα και τη χλωρίδα: στην Ελλάδα εκτιμάται ότι διαβιούν περί τα 5.900 είδη φυτών και 35.000 είδη ζώων. Πολλά από αυτά ταείδη είναι ενδημικά, εξαπλώνονται δηλαδή αποκλειστικά στην Ελλάδα, και, σε πολλές περιπτώσεις, φυτά και ζώα απαντώνται σε πολύ περιορισμένες γεωγραφικά περιοχές (στενοενδημικά είδη), όπως για παράδειγμα τα πολλά ενδημικά φυτά των Λευκών Ορέων στην Κρήτη ή η λεβεντόσαυρα (Podarcis levendis) στις νησίδες Πορί και Λαγούβαρδος. Επίσης, πολλά είδη έχουν ως ακραίο σημείο της κατανομής τους την Ελλάδα. Έτσι, για πολλά ασιατικά είδη η Ελλάδα αποτελεί το δυτικότεροάκρο εξάπλωσης (όπως ο ασιατικός σκίουρος – Sciurus anomalus – στηΛέσβο), γιααφρικανικά τοβορειότερο (όπωςο αφρικανικός χαμαιλέοντας – Chamaeleo africanus – στην Πύλο) και για ευρωπαϊκά το νοτιότερο (όπως η τοιχόσαυρα – Podarcis muralis – στον Ταΰγετο).
Η σημαντικότητα της ελληνικής βιοποικιλότητας φαίνεται από το υψηλό ποσοστό ειδών που αναλογεί στη χώρα. Παρότι η Ελλάδα καταλαμβάνει μόλις το
1,3% της συνολικής επιφάνειας της Ευρώπης, φιλοξενεί το 33,3% των ειδών της ηπείρου ή με άλλα λόγια, ένα στα τρία ευρωπαϊκά είδη απαντά στην Ελλάδα! Σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ελλάδα διαθέτει 89 τύπους οικοτόπων, 57 θηλαστικά, 47 ερπετά, 11 αμφίβια, 21 ψάρια, 46 ασπόνδυλα και 65 είδη φυτών ενωσιακής σημασίας (Παραρτήματα Ι, ΙΙ, IV και V της Οδηγίας92/43/ΕΟΚ). Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότιπολλά είδη της χώρας ανήκουν σε κατηγορία κινδύνου σύμφωνα με το σύστημα που ακολουθεί η Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (International Union for Conservation of Nature – IUCN). Στην πρόσφατη έκδοση του ελληνικού Κόκκινου Καταλόγου (2024), όπου αξιολογήθηκαν περί τα 11.500 είδη φυτών και ζώων, αναφέρονται ως απειλούμενα το 21,5 % των ειδών.
Επιλέξτε ενότητα
Προστατευόμενες Περιοχές
Η ανάγκη της προστασίας της φύσης υφίσταται ως προσέγγιση εδώ και αιώνες και εφαρμόστηκε ως πρακτική σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, από τις κοινότητες της Πολυνησίας έως τον ελλαδικό χώρο (π.χ. τα Ιερά Δάση της Ηπείρου). Οι πρώτες περιοχές προστασίας άρχισαν να θεσμοθετούνται από τα τέλη του 18ου αιώνα, αλλά η τάση για την αποτελεσματική διατήρηση του περιβάλλοντος άνθησε έναν περίπου αιώνα αργότερα. Η δημιουργία των πρώτων «Πάρκων», όπως αποκαλούνταν εκείνη τηzν περίοδο, ήταν άμεσο απότοκο της βιομηχανικής επανάστασης, οπότε για πρώτη φορά καταγράφηκε τόσο ταχεία και μεγάλης κλίμακας υποβάθμιση του περιβάλλοντος λόγω της άμεσης ρύπανσης και της καταστροφής των φυσικών ενδιαιτημάτων. Η αρχή έγινε στις ΗΠΑ με τις περιοχές Hot Springs στο Αρκάνσας (1832) και Yosemite Valley στην Καλιφόρνια (1864) να είναι οι πρώτες που απέκτησαν συγκεκριμένο θεσμικό καθεστώςπροστασίας. Λίγα χρόνια αργότερα ιδρύθηκαντα πρώτα Εθνικά Πάρκα στο Yellowstone (1872) των ΗΠΑ, στο Σίδνεϋ (1879) της Αυστραλίας, στo Banff του Καναδά (1885) και σαφώς αργότερα στην Ευρώπη με πρώτες χώρες την Σουηδία (1909) και την Ελβετία (1914). Στην Ελλάδα η πρώτη Προστατευόμενη Περιοχή (ΠΠ) ήταν ο Εθνικός Δρυμός του Ολύμπουπου θεσμοθετήθηκε το 1938.
Οι σύγχρονεςΠΠ στοχεύουν στηνπροστασία καιτην διατήρηση όχιμόνο σπάνιωνή απειλούμενων ειδών, αλλάκαι ολόκληρωνοικοσυστημάτων, τύπων οικοτόπων,καθώς και στην εξασφάλισητης απρόσκοπτης παροχής οικοσυστημικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με τον πλέον αποδεκτό ορισμό, όπως αυτός έχει διατυπωθεί από την IUCN, μια ΠΠ αποτελεί έναν καθορισμένο γεωγραφικό χώρο, οοποίος αναγνωρίζεται και διαχειρίζεται το προστατευταίο αντικείμενο μέσω νομικών ή άλλων αποτελεσματικών μέσων, ώστε να επιτευχθεί η μακροπρόθεσμη διατήρησητης φύσης μαζί με τις σχετικές οικοσυστημικές υπηρεσίες και πολιτιστικές αξίες.
Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στο δίκτυο Natura 2000, το οποίο εκτείνεται σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και αποτελεί το μεγαλύτερο διεθνώς σύστημα ΠΠ στον κόσμο. Το δίκτυο ιδρύθηκε το 1992 και βάσει δύο σημαντικών ενωσιακών εγγράφων, της Οδηγίας για τους Οικοτόπους (92/43/ΕΟΚ) και της Οδηγίας για τα Πτηνά (79/409 και στην επικαιροποιημένη της μορφή 2009/147/ΕΚ), αναγνώρισε τις σημαντικότερες ΠΠ που πρότειναν τα κράτη-μέλη της Ένωσης(Ζώνες Ειδικής Προστασίας, Τόποι ΚοινοτικήςΣημασίας και Ειδικές Ζώνες Διατήρησης). Το αποτέλεσμα είναι ένα εντυπωσιακό δίκτυο που περιλαμβάνει 27.312 ΠΠ και καλύπτει το 18% της χερσαίας και το 7% της θαλάσσιας επικράτειας της Ένωσης, με στόχο τη μακροπρόθεσμηδιατήρησή των πιο σημαντικών και των πλέον απειλούμενωνειδών και τύπων οικοτόπων. Η Ελλάδασυμμετέχει στο δίκτυο με 446ΠΠ οιοποίες αντιπροσωπεύουν το 27% της χερσαίας έκτασης και το 19% της θαλάσσιας.
Η IUCNέχει προτείνειένα σύστημα κατηγοριοποίησηςμε έξι τύπουςΠΠ, ανάλογα με την αυστηρότητα του καθεστώτος προστασίας, που εκτείνονται από τις αυστηρά ΠΠ έως τις ΠΠ για την διαχείρισή των πόρων. Ιδιαίτερη μνείαθα πρέπεινα γίνειστην κατηγορία «Προστατευόμενα Τοπία», όπου η αλληλεπίδραση των ανθρώπων και της φύσης έχει παράγει περιοχέςιδιαίτερου χαρακτήρα με σημαντική αισθητική, οικολογική και πολιτιστική αξία και συχνά με υψηλή βιοποικιλότητα. Η νέα θεώρηση των ΠΠ χαρακτηρίζεται από έναν σαφώς ολιστικόχαρακτήρα, ο οποίος συμπεριλαμβάνει, πέραν της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων, και τα προϊόντα αλληλεπίδρασηςανθρώπου και φύσης. Οι αρχαιολογικοίχώροι αποτελούν ένα εξαιρετικό τέτοιο παράδειγμα.