Γυπαετός
Ο γυπαετός είναι είδος μεγάλου γύπα με άνοιγμα φτερών που μπορεί να φτάσει τα 2,70 μ. Η ράχη και τα φτερά είναι σκούρα γκρίζα, ενώ ολόκληρη η κάτω πλευρά, ο λαιμός και το κεφάλι είναι χρώματος κρεμ ή στο χρώμα τις σκουριάς. Ξεχωρίζει κατά την πτήση από την έντονα σφηνοειδή ουρά. Στο κάτω μέρος του […]
Ο γυπαετός είναι είδος μεγάλου γύπα με άνοιγμα φτερών που μπορεί να φτάσει τα 2,70 μ. Η ράχη και τα φτερά είναι σκούρα γκρίζα, ενώ ολόκληρη η κάτω πλευρά, ο λαιμός και το κεφάλι είναι χρώματος κρεμ ή στο χρώμα τις σκουριάς. Ξεχωρίζει κατά την πτήση από την έντονα σφηνοειδή ουρά. Στο κάτω μέρος του ράμφους φέρει τούφα από μαύρες τρίχες που μοιάζουν με γένι, χαρακτηρισμό που του δίνει και το όνομά του (barbatus = γενειοφόρος). Το είδος κατανέμεται στη νότια Ευρώπη, από την Τουρκία έως την κεντρική Ασία, καθώς και τη βορειοδυτική, την ανατολική και τη νότια Αφρική. Στην Ελλάδα, το είδος απαντάται μόνο στην Κρήτη, μετά την εξαφάνισή του από την ηπειρωτική χώρα στα τέλη της δεκαετίας του 1990, και ο πληθυσμός του δεν ξεπερνά τα 50 άτομα. Ο γυπαετός ζει σε ορεινά οικοσυστήματα, και στην Ελλάδα τον συναντάμε σε υψόμετρα από τα 600 έως τα 2.500 μ. Είναι ημερόβιο αρπακτικό επιδημητικό πουλί και τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με κόκκαλα νεκρών ζώων, χαρακτηριστικό που στην Κρήτη του έχει δώσει το παρατσούκλι κοκκαλάς. Αφήνει τα κόκκαλα να πέσουν από μεγάλο ύψος και στη συνέχεια καταπίνει τα κομμάτια ολόκληρα. Η αναπαραγωγική περίοδος διαρκεί από τον Νοέμβριο έως τον Ιανουάριο. Ο γυπαετός σχηματίζει ζευγάρια δια βίου και φωλιάζει σε ορθοπλαγιές και προεξοχές βράχων. Τα θηλυκά γεννούν 1-2 αυγά, τα οποία επωάζουν και οι δύο γονείς για μια περίοδο 55 περίπου ημερών. Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον στον ελληνικό Κόκκινο Κατάλογο, με τη σημαντικότερη απειλή που αντιμετωπίζει να είναι η χρήση παράνομων δηλητηριασμένων δολωμάτων. Περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας για τα Πουλιά 2009/147 και στο Παράρτημα ΙΙ της Συμβάσεις της Βέρνης.