Τσαπερδόνα
Η τσαπερδόνα είναι εύρωστη σαύρα που φτάνει σε μήκος τα 8,5 εκατοστά και διαθέτει μακριά ουρά με διπλάσιο συνήθως μήκος. Τα αρσενικά είναι πιο μεγαλόσωμα από τα θηλυκά και έχουν μεγαλύτερο κεφάλι, ενώ ο χρωματισμός διαφέρει κι αυτός ανάμεσα στα δύο φύλα. Τα ενήλικα αρσενικά έχουν καφετιά ή λαδί ράχη και συνήθως έντονα πορτοκαλί κοιλιά […]
Η τσαπερδόνα είναι εύρωστη σαύρα που φτάνει σε μήκος τα 8,5 εκατοστά και διαθέτει μακριά ουρά με διπλάσιο συνήθως μήκος. Τα αρσενικά είναι πιο μεγαλόσωμα από τα θηλυκά και έχουν μεγαλύτερο κεφάλι, ενώ ο χρωματισμός διαφέρει κι αυτός ανάμεσα στα δύο φύλα. Τα ενήλικα αρσενικά έχουν καφετιά ή λαδί ράχη και συνήθως έντονα πορτοκαλί κοιλιά και λαιμό, ενώ συχνά διαθέτουν και ορισμένες μπλε κηλίδες στα πλευρά τους. Αντιθέτως, τα θηλυκά έχουν καφέ ράχη με ανοιχτόχρωμες ραβδώσεις και λευκή κοιλιά. Η τσαπερδόνα είναι ενδημικό είδος της Πε- λοποννήσου που εξαπλώνεται στη δυτική και κεντρική Πελοπόννησο. Αποτελεί το πιο κοινό είδος σαύρας στην Πελοπόννησο, καθώς απαντάται σε ποικιλία ενδιαιτημάτων. Τη βρίσκουμε σε θαμνώδεις και ξηρές περιοχές, σε βραχώδη και πετρώδη σημεία, σε ξερολιθιές, σε ανθρώπινους οικισμούς και αγροτικές περιοχές. Είναι σαύρα που δραστηριοποιείται κατά τη διάρκεια της ημέρας και καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ενώ τρέφεται με ποικιλία εδαφόβιων ασπόνδυλων. Αναπαράγεται από τις αρχές τις άνοιξης έως τα τέλη του καλοκαιριού. Τα ενήλικα αρσενικά είναι χωροκρατικά και υπερασπίζονται την περιοχή τους και τα θηλυκά που κατοικούν σε αυτή από τα άλλα αρσενικά. Τα θηλυκά γεννούν 1-6 αυγά, συνήθως δύο φορές τον χρόνο. Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης, καθώς και στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.