×

Hello world!

Welcome to WordPress. This is your first post. Edit or delete it, then start writing!

Όφίσωψ

Μικρόσωμη σαύρα με μήκος σώματος που φτάνει τα 6 εκ. και ουρά που δεν ξεπερνά τα 10 εκ. Το χρώμα της ραχιαίας επιφάνειας είναι καστανοπράσινο με μαύρα στίγματα ενώ πλευρικά διακοσμείται από κίτρινες ή μπλε γραμμές. Η κοιλιακή χώρα κατά την αναπαραγωγή αποκτά έντονο κίτρινο χρώμα στα αρσενικά άτομα. Ο οφίσωψ οφείλει το όνομά τους στα μάτια του που δεν διαθέτουν το τυπικό βλέφαρο που φέρουν οι περισσότερες σαύρες αλλά μια διάφανη φολίδα που καλύπτει τον οφθαλμικό βολβό, όπως στα φίδια. Είναι είδος με ευρεία εξάπλωση στη Μέση Ανατολή το οποίο στην Ευρώπη απαντάται μόνο στη Βουλγαρία και την Ελλάδα (Θράκη, Αν. Μακεδονία και νησιά του ανατολικού Αιγαίου). Το ζευγάρωμα πραγματοποιείται στα μέσα της άνοιξης και τα θηλυκά κάνουν έως και δύο γέννες από ένα έως πέντε αυγά. Η δίαιτά του περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία αρθροπόδων με έμφαση στα έντομα. Προτιμά περιοχές με φρύγανα και μακκία βλάστηση με πολλές πέτρες και χαμηλή βλάστηση. Το είδος αναφέρεται στα Παραρτήματα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης και IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

Μικρόσωμη σαύρα με μήκος σώματος που φτάνει τα 6 εκ. και ουρά που δεν ξεπερνά τα 10 εκ. Το χρώμα της ραχιαίας επιφάνειας είναι καστανοπράσινο με μαύρα στίγματα ενώ πλευρικά διακοσμείται από κίτρινες ή μπλε γραμμές. Η κοιλιακή χώρα κατά την αναπαραγωγή αποκτά έντονο κίτρινο χρώμα στα αρσενικά άτομα. Ο οφίσωψ οφείλει το όνομά τους […]

Περισσότερα

Όρνιο

Είδος γύπα με καστανό ή σκουρόχρωμο χρωματισμό στη ράχη, σκούρα καφέ ή ακόμη και μαύρα ερετικά φτερά και υπόλευκο ή μπεζ λαιμό. Το ράμφος είναι ισχυρό και η ουρά και τα πόδια κοντά. Το μήκος σώματος μπορεί να ξεπερνά τα 110 εκ. και το βάρος του τα 11 κιλά. Εξαπλώνεται από τη δυτική Μεσόγειο έως τη Μογγολία με κατακερματισμένη κατανομή. Στην Ελλάδα ζουν 350–430 ζευγάρια με τα σαφώς περισσότερα (310–400) να βρίσκονται στην Κρήτη ενώ ακολουθεί σε πληθυσμιακή πυκνότητα η Νάξος. Η περίοδος αναπαραγωγής διαρκεί από τον Φεβρουάριο έως το Σεπτέμβριο και τα θηλυκά γεννούν ένα μόνο μεγάλο αυγό που επωάζεται και από τους δύο γονείς. Επιλέγει θέσεις με βραχώδεις ορθοπλαγίες και φαράγγια όπου κατασκευάζει τη φωλιά του, κοντά σε πεδινά μέρη, κοιλάδες, αλλά και βουνά έως τα 3000 υψόμετρο όπου ψάχνει την τροφή του. Η δίαιτα του περιλαμβάνει αποκλειστικά νεκρά ζώα, συνήθως θηλαστικά, τα οποία εντοπίζει κατά τις πτήσεις περιπολίας. Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό από τον ελληνικό Κόκκινο Κατάλογο.

Είδος γύπα με καστανό ή σκουρόχρωμο χρωματισμό στη ράχη, σκούρα καφέ ή ακόμη και μαύρα ερετικά φτερά και υπόλευκο ή μπεζ λαιμό. Το ράμφος είναι ισχυρό και η ουρά και τα πόδια κοντά. Το μήκος σώματος μπορεί να ξεπερνά τα 110 εκ. και το βάρος του τα 11 κιλά. Εξαπλώνεται από τη δυτική Μεσόγειο έως […]

Περισσότερα

Κρητικός ακανθοποντικός

Μικρόσωμο τρωκτικό που δεν ξεπερνά τα 12,5 εκ σε μήκος. Ο χρωματισμός του σώματος είναι καστανός – χρυσίζων ή γκριζωπός στη ράχη ενώ είναι λευκός στην περιοχή της κοιλιάς. Το ρύγχος του είναι οξύληκτο και φέρει θυσάνους τριχών ενώ η ουρά του είναι γυμνή. Ζει σε μικρές ομάδες με ένα αρσενικό και πολλά θηλυκά τα οποία πραγματοποιούν πολλαπλές γέννες μέσα στο χρόνο (έως και πέντε). Είναι παμφάγο είδος και μπορεί να τραφεί με κυριολεκτικά ότι είναι διαθέσιμο. Το είδος εξαπλώνεται στη βόρεια Αφρική αλλά το συγκεκριμένο υποείδος είναι ενδημικό της Κρήτης.

Μικρόσωμο τρωκτικό που δεν ξεπερνά τα 12,5 εκ σε μήκος. Ο χρωματισμός του σώματος είναι καστανός – χρυσίζων ή γκριζωπός στη ράχη ενώ είναι λευκός στην περιοχή της κοιλιάς. Το ρύγχος του είναι οξύληκτο και φέρει θυσάνους τριχών ενώ η ουρά του είναι γυμνή. Ζει σε μικρές ομάδες με ένα αρσενικό και πολλά θηλυκά τα […]

Περισσότερα

Κυκλάμινο το Γραικό

Το κυκλάμινο το Γραικό είναι ένα χαμηλό πολυετές είδος φυτού και αποτελεί το κοινότερο είδος κυκλάμινου στην Ελλάδα. Έχει χαρακτηριστικά ρόδινα άνθη, σκούρα πράσινα στο επάνω μέρος τους καρδιόσχημα φύλλα, με ποικίλα σχέδια και πορφυρή την κάτω επιφάνειά τους και σφαιρικό σκληρό κόνδυλο με σαρκώδη ρίζες. Εξαπλώνεται σε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, στη Μικρά Ασία και την Κύπρο. Φύεται σε βραχώδεις και πετρώδεις περιοχές με ασβεστολιθικά εδάφη, κυρίως σε θαμνότοπους και φρυγανότοπους έως 1500 μέτρα υψόμετρο, προτιμώντας ηλιόλουστες θέσεις. Το είδος ανθοφορεί όλη την περίοδο του φθινοπώρου, όπου και προς το τέλος της αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους τα φύλλα του φυτού.

Το κυκλάμινο το Γραικό είναι ένα χαμηλό πολυετές είδος φυτού και αποτελεί το κοινότερο είδος κυκλάμινου στην Ελλάδα. Έχει χαρακτηριστικά ρόδινα άνθη, σκούρα πράσινα στο επάνω μέρος τους καρδιόσχημα φύλλα, με ποικίλα σχέδια και πορφυρή την κάτω επιφάνειά τους και σφαιρικό σκληρό κόνδυλο με σαρκώδη ρίζες. Εξαπλώνεται σε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, […]

Περισσότερα

Κρόκος του Καρτράιτ

Ο κρόκος του Καρτράιτ είναι ένα μικρό πολυ- ετές φυτό. Τα άνθη του είναι λευκά, μωβ ή ιώδη με σκουρόχρωμες νευρώσεις, διαθέτουν τρεις κίτρινους ανθήρες και τρεις μακριούς κόκκινους ή βαθύ πορτοκαλί χρωματισμού βραχίονες του στύλου οι οποίοι προεξέχουν από το περιγόνιο. Το είδος φέρει βολβό, ο οποίος περιβάλλεται από χιτώνες και τα φύλλα του είναι λεπτά σε σχήμα λόγχης, πράσινου χρώματος και είναι συνάνθια, δηλαδή εμφανίζονται ταυτόχρονα με την άνθησή του, η οποία διαρκεί από τον Οκτώβριο ως τον Δεκέμβριο. Είναι είδος ενδημικό της Ελλάδας, στην οποία η κατανομή του περιορίζεται νότια και συγκεκριμένα σε Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησο, Κυκλάδες και Κρήτη. Τα ενδιαιτήματα του είδους περιλαμβάνουν θαμνότοπους, φρύγανα, πευκοδάση, λοφώδεις και βραχώδεις περιοχές, με την προϋπόθεση να υπάρχει ασβεστολιθικό υπόστρωμα και να βρίσκονται από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 1.000 μ. υψόμετρο. Το είδος προστατεύεται από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981. Ο κρόκος είναι ο άγριος πρόγονος του καλλιεργούμενου κρόκου της Κοζάνης. Η καλλιέργειά του πιθανότατα να ξεκίνησε στην Κρήτη κατά την Μινωική Εποχή.

Ο κρόκος του Καρτράιτ είναι ένα μικρό πολυ- ετές φυτό. Τα άνθη του είναι λευκά, μωβ ή ιώδη με σκουρόχρωμες νευρώσεις, διαθέτουν τρεις κίτρινους ανθήρες και τρεις μακριούς κόκκινους ή βαθύ πορτοκαλί χρωματισμού βραχίονες του στύλου οι οποίοι προεξέχουν από το περιγόνιο. Το είδος φέρει βολβό, ο οποίος περιβάλλεται από χιτώνες και τα φύλλα του […]

Περισσότερα

Λευκός πελαργός

Μεγαλόσωμο πουλί με μήκος σώματος που μπορεί να φτάνει τα 115 εκ. Ο λαιμός είναι χαρακτηριστικά μακρύς, όπως και τα πόδια που, μαζί με το ράμφος, έχουν κόκκινο χρώμα. Κατά την πτήση ο λαιμός είναι τεντωμένος προς τα πρόσω και τα πόδια προς τα πίσω. Είναι μεταναστευτικό είδος που διαχειμάζει στην Αφρική και περνά την ανοιξιάτικη και θερινή περίοδο στην Ευρώπη. Κατά τη μετανάστευση σχηματίζει κοπάδια από εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες άτομα. Στην Ελλάδα αναπαράγεται από την κεντρική Στερεά έως τη Μακεδονία και τη Θράκη και σε ένα μόνο νησί, τη Λέσβο. Φωλιάζει στην κορυφή των δένδρων αλλά τον έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τις φωλιές του σε ψηλές κατασκευές όπως καμπαναριά ή στύλους και καμινάδες. Η διατροφή του περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία ασπονδύλων, κυρίως ορθόπτερα και κολεόπτερα, και σπονδυλωτών όπως βατράχια, σαύρες, φίδια και τρωκτικά. Και οι δύο γονείς βοηθούν στην κατασκευή της φωλιάς (η οποία μπορεί να χρησιμοποιείται για πολλά χρόνια). Τα θηλυκά γεννούν 3-5 αυγά. Ο λευκός πελαργός περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 2009/147 και στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης.

Μεγαλόσωμο πουλί με μήκος σώματος που μπορεί να φτάνει τα 115 εκ. Ο λαιμός είναι χαρακτηριστικά μακρύς, όπως και τα πόδια που, μαζί με το ράμφος, έχουν κόκκινο χρώμα. Κατά την πτήση ο λαιμός είναι τεντωμένος προς τα πρόσω και τα πόδια προς τα πίσω. Είναι μεταναστευτικό είδος που διαχειμάζει στην Αφρική και περνά την […]

Περισσότερα

Ευρωπαϊκός δασικός σκορπιός

Ο ευρωπαϊκός σκορπιός εντοπίζεται στην Ελλάδα και την Τουρκία. Είναι ο μεγαλύτερος σκορπιός στην Ευρώπη, με τα ενήλικα να φτάνουν τα 10 εκ. σε μήκος. Το είδος αυτό προτιμά υγρούς οικοτόπους όπως έδαφος με φυλλοστρωμνή και πλούσιο οργανικό περιεχόμενο ενώ συχνά βρίσκεται κρυμμένο κάτω από μεγάλες πέτρες ή σε φυσικές τρύπες. Το I. dufoureius είναι υγρόφιλο, που σημαίνει ότι ευδοκιμεί σε υγρά περιβάλλοντα. Το είδος τείνει να κρύβεται βαθιά στο έδαφος κατά την πιο ζεστή περίοδο του καλοκαιριού. Λίγα είναι γνωστά για τη βιολογία του και θεωρείται ότι είναι ακίνδυνο, αν και το τσίμπημα του μπορεί να είναι επώδυνο. Τα θηλυκά είναι προστα- τευτικές μητέρες και όταν εκκολαφθούν τα νεαρά, σκαρφαλώνουν επάνω στο σώμα της μητέρας τρεφόμενα με κομμάτια τροφής που έχει θηρεύσει εκείνη.

Ο ευρωπαϊκός σκορπιός εντοπίζεται στην Ελλάδα και την Τουρκία. Είναι ο μεγαλύτερος σκορπιός στην Ευρώπη, με τα ενήλικα να φτάνουν τα 10 εκ. σε μήκος. Το είδος αυτό προτιμά υγρούς οικοτόπους όπως έδαφος με φυλλοστρωμνή και πλούσιο οργανικό περιεχόμενο ενώ συχνά βρίσκεται κρυμμένο κάτω από μεγάλες πέτρες ή σε φυσικές τρύπες. Το I. dufoureius είναι […]

Περισσότερα

Οφιόμορος

Μία ακόμη άποδη σαύρα με κομψό, μακρύ σώμα χωρίς άκρα, το συνολικό μήκος του οποίου μπορεί να φτάσει τα 19 εκ. (με την ουρά να καταλαμβάνει τα 11 εκ.). Το πρότυπο χρωματισμού είναι ενιαίο καφέ και υπόλευκο που στην περιοχή της ράχης διακόπτεται από σειρές σκούρων κουκκίδων οι οποίες στην περιοχή της ουράς καταλήγουν σε γραμμές. Ένα ακόμη ενδημικό είδος της Ελλάδας, εξαπλώνεται στην Πελοπόννησο και σε λίγα μόνο νησιά (Κύθηρα, Ελαφόνησος, Δοκός). Απαντάται σε θέσεις με μακκία ή φρυγανική βλάστηση που διαθέτουν πολλές πέτρες, κάτω από τις οποίες κρύβεται. Ο Μυστράς αποτελεί ιδεώδες ενδιαίτημα για τον οφιόμορο καθώς είναι γεμάτος με κρυψώνες λόγω των μνημείων ενώ η τροφική διαθεσιμότητα της περιοχής σε ασπόνδυλα είναι ύψηλή. Πράγματι, ο πληθυσμός του είδους μέσα στον αρχαιολογικό χώρο είναι σαφώς πυκνότερος σε σχέση με άλλες περιοχές στην Πελοπόννησο. Ζευγαρώνει περί τα μέσα της άνοιξης και τα θηλυκά πραγματοποιούν τη γέννα τους στα τέλη Ιουλίου. Η δίαιτά του περιλαμβάνει αράχνες, έντομα και γαστερόποδα. Ο οφιόμορος αναγράφεται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης και στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

Μία ακόμη άποδη σαύρα με κομψό, μακρύ σώμα χωρίς άκρα, το συνολικό μήκος του οποίου μπορεί να φτάσει τα 19 εκ. (με την ουρά να καταλαμβάνει τα 11 εκ.). Το πρότυπο χρωματισμού είναι ενιαίο καφέ και υπόλευκο που στην περιοχή της ράχης διακόπτεται από σειρές σκούρων κουκκίδων οι οποίες στην περιοχή της ουράς καταλήγουν σε […]

Περισσότερα

Σαύρα του Μοριά

Η μικρόσωμη αυτή σαύρα έχει μήκος σώματος έως πέντε εκ. και μακριά ουρά με διπλάσιο ή και μεγαλύτερο μήκος. Έχει στενό και μικρό κεφάλι, ενώ οι φολίδες είναι μεγάλες, οξύληκτες, με έντονη τροπίδωση, χαρακτηριστικό που την διαχωρίζει από τα υπόλοιπα είδη σαυρών της Πελοποννήσου. Παρουσιάζει σημαντικό φυλετικό διμορφισμό ως προς το χρώμα, καθώς τα ενήλικα αρσενικά έχουν καφέ ράχη και μαύρες πλευρές με διάσπαρτες ανοιχτόχρωμες κηλίδες κίτρινου, γαλάζιου ή πράσινου χρώματος, ενώ τα θηλυκά έχουν ομοιόμορφο καφέ ή λαδί χρωματισμό. Η σαύρα του Μοριά είναι ενδημικό είδος της Πελοποννήσου και των νοτίων Επτανήσων (Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Ιθάκη και Στροφάδες). Είναι είδος που προτιμά υγρές και σκιερές τοποθεσίες, όπως οι παρυφές δασών ή θαμνοτόπων, καθώς και βραχώδεις περιοχές, με την προϋπόθεση της παρουσίας νερού και πλούσιας βλάστησης. Ο αρχαιολογικός χώρος του Μυστρά διατηρεί έναν σημαντικό πληθυσμό του είδους χάρη στην πληθώρα καταφυγίων που του προσφέρουν τα κτίσματα και τις ιδανικές συνθήκες της περιοχής. Το είδος δραστηριοποιείται κατά την ημέρα στην επιφάνια του εδάφους, σε βράχια, πέτρες ή ξερολιθιές. Η διατροφή του περιλαμβάνει μικρά ασπόνδυλα, κατά κύριο λόγο κολεόπτερα και δίπτερα. Αναπαράγεται από τα μέσα της άνοιξης μέχρι τον Ιούλιο και τα θηλυκά γεννούν 4-8 αυγά, τα οποία εκκολάπτονται μετά από περίπου 40 ημέρες. Το είδος προστατεύεται από τη Σύμβασης της Βέρνης (Παράρτημα ΙΙ), ενώ περιλαμβάνεται και στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

Η μικρόσωμη αυτή σαύρα έχει μήκος σώματος έως πέντε εκ. και μακριά ουρά με διπλάσιο ή και μεγαλύτερο μήκος. Έχει στενό και μικρό κεφάλι, ενώ οι φολίδες είναι μεγάλες, οξύληκτες, με έντονη τροπίδωση, χαρακτηριστικό που την διαχωρίζει από τα υπόλοιπα είδη σαυρών της Πελοποννήσου. Παρουσιάζει σημαντικό φυλετικό διμορφισμό ως προς το χρώμα, καθώς τα ενήλικα […]

Περισσότερα

Σκεπαρνάς

O σκεπαρνάς είναι ένα αποδημητικό είδους αποδόμορφου πουλιού, με ιδιαίτερη οικολογία μιας και περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στον αέρα. Πετάει συνεχώς, έως και 6-7 μήνες αδιάκοπα, και ελίσσεται με πολύ υψηλή ταχύτητα στον ουρανό ή ανάμεσα σε βράχους και κτίρια, ενώ κάνει ιδιαιτέρως αισθητή την παρουσία του με το πολύ χαρακτηριστικό κάλεσμά του. Το είδος είναι ανοιξιάτικος και καλοκαιρινός επισκέπτης σε μία ζώνη που ξεκινά δυτικά από την Ιβηρική Χερσόνησο, περιλαμβάνει όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, χώρες της Μέσης Ανατολής και φτάνει έως τα ανατολικά Ιμαλάια, ενώ διαχειμάζει στην Αφρική. Αξιοσημείωτο είναι πως υπάρχουν και πληθυσμοί που δεν μεταναστεύουν. Στην Ελλάδα έρχεται στα μέσα της άνοιξης και παραμένει έως αρχές του φθινοπώρου, απαντά σε όλη την έκταση της χώρας από το επίπεδο της θάλασσας έως το υψόμετρο των 2.500 μ, από βραχονησίδες έως βραχώδεις κορυφές. Προτιμά αποκλειστικά ενδιαιτήματα όπου υπάρχουν μεγάλα βράχια, παράκτιοι γκρεμοί, ορθοπλαγιές και φαράγγια, αλλά και κατοικημένες περιοχές με ψηλά οικοδομήματα όπως πολυκατοικίες, καμπαναριά ή παλιά κτίρια και αρχαία ερείπια όπως, κάστρα και φρούρια. Ο λόγος επιλογής τέτοιων ενδιαιτημάτων οφείλεται στην επιλογή θέσεων για να χτίσει την φωλιά του μέσα στις σχισμές, τις ρωγμές και τις οπές των βράχων, των σπηλαίων και των διαφόρων οικοδομημάτων, συχνά κατά αναπαραγωγικές αποικίες. Γεννάει την άνοιξη, 1-4 αυγά τα οποία εκκολάπτονται μετά από 17-23 ημέρες. Τα βράχια των Μετεώρων είναι μία αρκετά χαρακτηριστική θέση που μεγάλα σμήνη του είδους καθημερινά πετούν ανάμεσά τους και αντηχούν τα δυνατά τιτιβίσματά τους. Ο σκεπαρνάς έχει μήκος 20-23 εκ. και το άνοιγμα των μακριών και δρεπανοειδών φτερούγων του φτάνει έως και τα 60 εκ., τα δύο φύλα είναι όμοια, το πάνω μέρος του σώματος, τα πλευρά και το κολάρο τους είναι καφετί χρώματος, ενώ ο λαιμός και η κοιλιά είναι λευκά. Η ουρά είναι κοντή και διχαλωτή, τα πόδια επίσης κοντά με γαμψά νύχια, όπως κοντό είναι και το ράμφος, το οποίο όμως είναι αρκετά φαρδύ για να μπορεί να συλλαμβάνει τη λεία του εναερίως. Η δίαιτά του αποτελείται αποκλειστικά από αρθρόποδα, συνήθως μια μεγάλη ποικιλία ιπτάμενων ειδών, με κυριότερα τα ομόπτερα, τα δίπτερα και τα υμενόπτερα.

O σκεπαρνάς είναι ένα αποδημητικό είδους αποδόμορφου πουλιού, με ιδιαίτερη οικολογία μιας και περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στον αέρα. Πετάει συνεχώς, έως και 6-7 μήνες αδιάκοπα, και ελίσσεται με πολύ υψηλή ταχύτητα στον ουρανό ή ανάμεσα σε βράχους και κτίρια, ενώ κάνει ιδιαιτέρως αισθητή την παρουσία του με το πολύ χαρακτηριστικό κάλεσμά […]

Περισσότερα

Σταχτοτσικνιάς

Ερωδιός με σκούρο γκρίζο χρώμα στο σώμα που γίνεται μαύρο στην περιοχή της βάσης και των άκρων των πτερύγων, λευκό στο λαιμό και στο κεφάλι και χαρακτηριστικό μαύρο λοφίο. Το ράμφος του είναι ίσιο και οξύληκτο και έχει κίτρινο χρώμα. Κοινό είδος σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική ανάμεσα στις οποίες μεταναστεύει ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες. Στην Ελλάδα, οι νότιοι πληθυσμοί είναι επιδημητικοί (παραμένουν στην ίδια επικράτεια όλο το χρόνο) ενώ οι βόρειοι έρχονται να ξεχειμωνιάσουν προερχόμενοι από τη βόρεια Ευρώπη. Η πτήση του είναι αργή, με μη τακτικά φτεροκοπήματα. Απαντάται σε όλους τους τύπους υγροτόπων, από μικρά λιμνία έως μεγάλα ποτάμια, αλλά προτιμά δασωμένες θέσεις όπου μπορεί να φωλιάσει. Τρέφεται με υδρόβιας προέλευσης τροφή όπως ψάρια (με πολύ συχνή λεία τα χέλια), καβούρια, νερόφιδα αλλά και τρωκτικά. Φωλιάζει, συνήθως πάνω σε δένδρα, χρησιμοποιώντας μεγάλα κλαδιά και τα θηλυκά αφήνουν 2-6 αυγά τα οποία εκκολάπτονται σε τέσσερεις περίπου εβδομάδες.

Ερωδιός με σκούρο γκρίζο χρώμα στο σώμα που γίνεται μαύρο στην περιοχή της βάσης και των άκρων των πτερύγων, λευκό στο λαιμό και στο κεφάλι και χαρακτηριστικό μαύρο λοφίο. Το ράμφος του είναι ίσιο και οξύληκτο και έχει κίτρινο χρώμα. Κοινό είδος σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική ανάμεσα στις οποίες μεταναστεύει ανάλογα με τις καιρικές […]

Περισσότερα

Σαύρα του Ιονίου

Μια εντυπωσιακή σαύρα με μήκος σώματος έως επτά εκατοστά και ουρά διπλάσιου μεγέθους. Τα θηλυκά έχουν ενιαίο καστανό χρωματισμό αλλά στα αρσενικά συνδυάζονται η καστανή ράχη με έντονα κοκκινωπή ή πορτοκαλί κοιλιά και μπλε κεφάλι. Εξαπλώνεται στα δυτικά Βαλκάνια και στην Ελλάδα απαντάται σε Ήπειρο και δυτική Στερεά καθώς και σε Κέρκυρα, Διαπόντια νησιά, Παξούς, Λευκάδα, Κεφαλονιά και Ιθάκη. Είναι ικανός αναρριχητής και κυνηγά της λεία της, κυρίως έντομα και αραχνίδια, ανάμεσα σε βράχια και πέτρες. Γενικά, είναι πιο συχνή η παρουσία της σε θέσεις με εγγύτητα σε νερό. Το ζευγάρωμα ξεκινά την άνοιξη και οι θηλυκές σαύρες πραγματοποιούν δύο γέννες, κάθε μία από τις οποίες περιλαμβάνει 2-8 αυγά. Αναφέρεται στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και στο Παράρτημα II της Σύμβασης της Βέρνης. Στον αρχαιολογικό χώρο του Mon Repos συντηρεί πυκνό πληθυσμό.

Μια εντυπωσιακή σαύρα με μήκος σώματος έως επτά εκατοστά και ουρά διπλάσιου μεγέθους. Τα θηλυκά έχουν ενιαίο καστανό χρωματισμό αλλά στα αρσενικά συνδυάζονται η καστανή ράχη με έντονα κοκκινωπή ή πορτοκαλί κοιλιά και μπλε κεφάλι. Εξαπλώνεται στα δυτικά Βαλκάνια και στην Ελλάδα απαντάται σε Ήπειρο και δυτική Στερεά καθώς και σε Κέρκυρα, Διαπόντια νησιά, Παξούς, […]

Περισσότερα

Ποταμογοβιός της Δυτικής Ελλάδας

Μικρόσωμο ψάρι (δεν υπερβαίνει τα 5,1 εκ.), ενδημικό της δυτικής Ελλάδας το οποίο απαντάται επίσης και στη Λευκάδα. Ο γενικός του χρωματισμός είναι κιτρινωπός με καστανά και σκουρόχρωμα στίγματα στη ράχη. Ζει τόσο σε ρέοντα όσο και στα στάσιμα νερά με πλούσια υδρόβια βλάστηση. Τρέφεται με υδρόβια ασπόνδυλα, κυρίως με αμφίποδα και κωπήποδα. Τα θηλυκά ακολουθούν την στρατιγική της κοινής γέννας: πολλά άτομα αφήνουν τα αυγά τους σε μια μόνο φωλιά που βρίσκεται ανάμεσα σε καλάμια. Τα αρσενικά στη συνέχεια αναλαμβάνουν να καθαρίζουν και να προστατεύουν τη φωλιά με το σύνολο των αυγών.

Μικρόσωμο ψάρι (δεν υπερβαίνει τα 5,1 εκ.), ενδημικό της δυτικής Ελλάδας το οποίο απαντάται επίσης και στη Λευκάδα. Ο γενικός του χρωματισμός είναι κιτρινωπός με καστανά και σκουρόχρωμα στίγματα στη ράχη. Ζει τόσο σε ρέοντα όσο και στα στάσιμα νερά με πλούσια υδρόβια βλάστηση. Τρέφεται με υδρόβια ασπόνδυλα, κυρίως με αμφίποδα και κωπήποδα. Τα θηλυκά […]

Περισσότερα

Καμπανούλα του Άντριους

Η Καμπανούλα του Άντριους είναι ένα πολυετές μονοκαρπικό φυτό, δηλαδή κάθε στέλεχος καρποφορεί μια φορά. Τα άνθη της έχουν μπλε ιώδες χρωματισμό, είναι σωληνοειδή και εκφύονται σε ανθοφόρους βλαστούς που φτάνουν σε μήκος έως 30 εκ. Ανθοφορούν από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο. Τα φύλλα στη βάση του φυτού σχηματίζουν ρόδακα και είναι λυροειδή. Η Καμπανούλα αποτελεί ενδημικό είδος της ανατολικής Πελοποννήσου. Έχουν περιγραφεί δύο υποείδη, ένα που ενδημεί στην βορειοανατολική και ένα που απαντά στη νοτιοανατολική Πελοπόννησο. Το υποείδος C. a. andrewsii αποτελεί ένα πολύ χαρακτηριστικό φυτό του Ακροκορίνθου, καθώς φύεται πάνω σε ασβεστολιθικό βραχώδες υπόστρωμα. Στα ενδιαιτήματά του περιλαμβάνονται ερείπια κάστρων, πέτρινοι τοίχοι, ρωγμές κρημνών και βράχων, από το επίπεδο της θάλασσας έως και υψόμετρο 900 μέτρων. Η Καμπανούλα περιλαμβάνεται στον Παγκόσμιο Κατάλογο Ειδών που χρήζουν της προστασίας του Ο.Η.Ε.

Η Καμπανούλα του Άντριους είναι ένα πολυετές μονοκαρπικό φυτό, δηλαδή κάθε στέλεχος καρποφορεί μια φορά. Τα άνθη της έχουν μπλε ιώδες χρωματισμό, είναι σωληνοειδή και εκφύονται σε ανθοφόρους βλαστούς που φτάνουν σε μήκος έως 30 εκ. Ανθοφορούν από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο. Τα φύλλα στη βάση του φυτού σχηματίζουν ρόδακα και είναι λυροειδή. Η […]

Περισσότερα

Αλκάννα η ελληνική

Η αλκάννα η ελληνική είναι ένα πολυετές ενδημικό φυτό της Ελλάδας. Εξαπλώνεται στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία και την Εύβοια. Το φυτό φτάνει σε ύψος το μισό περίπου μέτρο και έχει τριχωτά επιμήκη φύλλα, με κυματώδες το κράσπεδο του ελάσματός τους. Τα άνθη του είναι κίτρινου χρώματος, σχηματίζουν ταξιανθία στην άκρη των στελεχών του και ανθίζουν την άνοιξη. Το ριζικό του σύστημα είναι μεγάλο αναλογικά με το μέγεθος του φυτού και παράγει μία χρωστική ουσία, στην οποία οφείλεται και η ονομασία του γένους (al-kanne = αραβικό al-ḥinnā / al-henna). Η ουσία αυτή, η οποία ονομάζεται αλκαννίνη, χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή αραβική φαρμακοποιία (χένα). Το είδος φύεται σε βραχώδη εδάφη, από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 1.400 μέτρα υψόμετρο και προτιμά ενδιαιτήματα σε ασβεστολιθικούς βράχους και πετρώδη εδάφη, ενώ αρκετές φορές εμφανίζεται και σε ερείπια οικοδομημάτων, όπως τείχη κάστρων. Ο Ακροκόρινθος, λόγω της καταλληλότητας των ενδιαιτημάτων και του εδάφους του, αποτελεί μία σημαντική θέση για το είδος, το οποίο είναι κοινό εντός του αρχαιολογικού χώρου.

Η αλκάννα η ελληνική είναι ένα πολυετές ενδημικό φυτό της Ελλάδας. Εξαπλώνεται στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία και την Εύβοια. Το φυτό φτάνει σε ύψος το μισό περίπου μέτρο και έχει τριχωτά επιμήκη φύλλα, με κυματώδες το κράσπεδο του ελάσματός τους. Τα άνθη του είναι κίτρινου χρώματος, σχηματίζουν ταξιανθία στην άκρη των στελεχών […]

Περισσότερα

Κουκουβάγια της Αθηνάς

Μια μικρόσωμη κουκουβάγια με πολύ μεγάλη εξάπλωση και ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον. Είναι κοινό πουλί σε όλη την Ελλάδα αλλά στην Αττική, ακόμη και στις μέρες μας, είναι πολύ εύκολο να παρατηρηθεί το δειλινό. Το λατινικό όνομα του γένους του – Athene – δόθηκε προς τιμήν της θεάς Αθηνάς καθώς ήταν το ιερό της ζώο, σύμβολο σοφίας. Η υψηλή του πληθυσμιακή πυκνότητα στην Αθήνα αποτυπώθηκε στην έκφραση «κομίζω γλαύκα εις Αθήνας» που χρησιμοποιείται όταν κάποιος μιλάει με κοινοτυπίες. Η κουκουβάγια βρίσκεται στο λάβαρο του Πανεπιστημίου Αθηνών και απεικονίζεται στο νόμισμα του ενός ευρώ, αντανακλώντας το κλασσικό αθηναϊκό τετράδραχμο. Τρέφεται με ποικιλία εντόμων καθώς και με μικροθηλαστικά όπως ποντίκια. Το κεφάλι είναι πεπλατυσμένο, το σώμα πλευρικά πιεσμένο και η ουρά κοντή. Το μήκος σώματος μπορεί να ξεπερνά τα 20 εκ. Τα μάτια είναι μεγάλα, όπως σε όλα τα νυκτόβια πουλιά, με έντονο κίτρινο χρώμα. Το φτέρωμά της είναι καστανόγκριζο με πολλά λευκά πούπουλα. Ζει σε μεγάλη ποικιλία ενδιαιτημάτων και ακόμη και μέσα σε ανθρώπινους οικισμούς.

Μια μικρόσωμη κουκουβάγια με πολύ μεγάλη εξάπλωση και ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον. Είναι κοινό πουλί σε όλη την Ελλάδα αλλά στην Αττική, ακόμη και στις μέρες μας, είναι πολύ εύκολο να παρατηρηθεί το δειλινό. Το λατινικό όνομα του γένους του – Athene – δόθηκε προς τιμήν της θεάς Αθηνάς καθώς ήταν το ιερό της ζώο, σύμβολο […]

Περισσότερα

Δασοποντικός

Ένα είδος ποντικού που απαντάται σε δάση, ανοιχτές περιοχές με γρασίδι αλλά μπορεί να βρεθεί και σε καλλιέργειες και προφυλαγμένα μέρη με ερείπια. Το μήκος του σώματος φτάνει τα εννέα εκ. και το βάρος του δεν ξεπερνά τα 23 γραμμάρια. Το ρύγχος του είναι μικρό και τα αυτιά του στρογγυλεμένα. Παρουσιάζει μια ευρεία κατανομή σε Ευρώπη και βόρεια δυτική Αφρική, ενώ είναι κοινό είδος στην Ελλάδα, σε νησιωτική και ηπειρωτική χώρα. Τρέφεται κυρίως με σπόρους διαφόρων δένδρων αλλά διανθίζει τη διατροφή του και με ασπόνδυλα όπως έντομα και σαλιγκάρια και, την άνοιξη, με καρπούς και φρούτα. Είναι νυκτόβιο είδος που εξερευνά πολύ καλά την περιοχή τροφοληψίας του. Μπορεί και πραγματοποιεί αυτοτομία της ουράς εάν παγιδευτεί από την άκρη της. Η περίοδος της αναπαραγωγής είναι ιδιαίτερα παρατεταμένη και τα θηλυκά γεννούν έως και τέσσερα μικρά ανά έτος.

Ένα είδος ποντικού που απαντάται σε δάση, ανοιχτές περιοχές με γρασίδι αλλά μπορεί να βρεθεί και σε καλλιέργειες και προφυλαγμένα μέρη με ερείπια. Το μήκος του σώματος φτάνει τα εννέα εκ. και το βάρος του δεν ξεπερνά τα 23 γραμμάρια. Το ρύγχος του είναι μικρό και τα αυτιά του στρογγυλεμένα. Παρουσιάζει μια ευρεία κατανομή σε […]

Περισσότερα

Τσακάλι

Μεσαίου μεγέθους κυνοειδές με σχετικά κοντά άκρα και ουρά και οξύληκτο ρύγχος. Το μήκος σώματος κυμαίνεται στα 70-85 με τα αρσενικά άτομα να είναι κατά τι μεγαλύτερα. Ο τυπικός χρωματισμός του τσακαλιού είναι χρυσοκάστανος (στοιχείο που αντικατοπτρίζεται και στο λατινικό όνομα του είδους) με κάποιους πληθυσμούς να είναι πιο γκριζωποί ή πιο καστανοί. Το είδος είναι παρόν σε Ευρώπη, Ασία και βόρεια Αφρική. Στην Ελλάδα απαντάται σε διάφορες περιοχές της χώρας, ακόμα και πολύ κοντά σε αστικά κέντρα. Κατά τη διάρκεια του έργου εντοπίστηκε σε τρεις αρχαιολογικούς χώρους (Βραυρώνα, Επίδαυρος, Μεσσήνη). Αξίζει να αναφερθεί ότι το μοναδικό νησί της Μεσογείου όπου ζουν τσακάλια είναι η Σάμος. Αποτελεί τυπικό είδος-γενικευτή (με πολύ χαλαρές οικολογικές απαιτήσεις), μπορεί συνεπώς να ζει σε πολύ διαφορετικούς τύπους βιοτόπων. Η διατροφή του περιλαμβάνει μια μεγάλη γκάμα σπονδυλωτών αλλά και ασπόνδυλων ζώων ενώ μπορεί να χρησιμοποιεί κάθε δυνατή πηγή τροφής, εκμεταλλευόμενο ακόμη και ανθρώπινα σκουπίδια. Δραστηριοποιείται μετά το δειλινό και αναζητά την τροφή του είτε μόνο είτε σε μικρές αγέλες, συνήθως οικογένειες, από τρία έως πέντε άτομα. Μια τέτοια μικρή οικογενειακή αγέλη καταγράφηκε από τις κάμερες που τοποθετήθηκαν στον αρχαιολογικό χώρο της Βραυρώνας. Οι πληθυσμοί του τσακαλιού στην Ελλάδα βρίσκονται σε ανοδική πορεία.

Μεσαίου μεγέθους κυνοειδές με σχετικά κοντά άκρα και ουρά και οξύληκτο ρύγχος. Το μήκος σώματος κυμαίνεται στα 70-85 με τα αρσενικά άτομα να είναι κατά τι μεγαλύτερα. Ο τυπικός χρωματισμός του τσακαλιού είναι χρυσοκάστανος (στοιχείο που αντικατοπτρίζεται και στο λατινικό όνομα του είδους) με κάποιους πληθυσμούς να είναι πιο γκριζωποί ή πιο καστανοί. Το είδος […]

Περισσότερα

Αττικόψαρο

Το μικρό αυτό ψάρι (μήκος σώματος από τρία έως επτά εκ.) είναι ενδημικό είδος της Ελλάδας. Εξαπλώνεται μόνο στο Σπερχειό, στον βοιωτικό Κηφισό, στο Μαραθώνα και στον Ερασίνο. Το σώμα του είναι γκριζωπό-καστανό και στα πλευρά διατρέχεται από σκουρόχρωμη λωρίδα. Προτιμά ποταμούς με αργή ροή ή ακόμη και στάσιμα νερά. Τρέφεται με πολλά διαφορετικά υδρόβια ασπόνδυλα αλλά και φύκη. Η βιολογία του είδους παραμένει εν πολλοίς άγνωστη. Το αττικόψαρο απειλείται από την ρύπανση των υδατοσυλλογών όπου ζει και από την υπεράντληση επιφανειακών υδάτων.

Το μικρό αυτό ψάρι (μήκος σώματος από τρία έως επτά εκ.) είναι ενδημικό είδος της Ελλάδας. Εξαπλώνεται μόνο στο Σπερχειό, στον βοιωτικό Κηφισό, στο Μαραθώνα και στον Ερασίνο. Το σώμα του είναι γκριζωπό-καστανό και στα πλευρά διατρέχεται από σκουρόχρωμη λωρίδα. Προτιμά ποταμούς με αργή ροή ή ακόμη και στάσιμα νερά. Τρέφεται με πολλά διαφορετικά υδρόβια […]

Περισσότερα

Pseudamnicola macrostoma

Ένα μικροσκοπικό σαλιγκάρι των εσωτερικών υδάτων που κάποτε ήταν αρκετά κοινό σε πηγές και ρέματα της Αττικής. Στις ημέρες μας είναι γνωστό μόνο από τρεις τοποθεσίες, τον ποταμό Ερασίνο δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο της Βραυρώνας, τον Σχοινιά και τις λιμνούλες του Εθνικού Κήπου! Το κέλυφός του δεν υπερβαίνει τα 25 χιλιοστά και η βιολογία του δεν έχει μελετηθεί. Η κύρια αιτία πιέσεων και απειλών είναι η ρύπανση και η υπεράντληση των επιφανειακών υδάτων και η αποξήρανση λόγω κατασκευαστικών δραστηριοτήτων.

Ένα μικροσκοπικό σαλιγκάρι των εσωτερικών υδάτων που κάποτε ήταν αρκετά κοινό σε πηγές και ρέματα της Αττικής. Στις ημέρες μας είναι γνωστό μόνο από τρεις τοποθεσίες, τον ποταμό Ερασίνο δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο της Βραυρώνας, τον Σχοινιά και τις λιμνούλες του Εθνικού Κήπου! Το κέλυφός του δεν υπερβαίνει τα 25 χιλιοστά και η βιολογία του […]

Περισσότερα

Σαμιαμίδι της Κρήτης

Μικρόσωμο σαμιαμίδι που δεν ξεπερνά σε συνολικό μήκος τα 10 εκ. Η ράχη είναι γκριζωπού χρώματος με σκουρόχρωμα σχέδια και μικρά επάρματα που διατρέχουν όλο το μήκος του σώματος και την ουρά. Έχει μακριά και λεπτά δάχτυλα τα οποία δεν διαθέτουν προσκολλητικά ελάσματα. Οι οφθαλμικές κόρες είναι κάθετες, όπως σε όλα τα σαμιαμίδια. Αναδείχτηκε σε είδος προσφάτως, καθώς θεωρούταν υποείδος του συγγενικού σαμιαμιδιού Mediodactylus kotschyi. Είναι ενδημικό είδος και η εξάπλωσή του περιορίζεται στην Κρήτη και τις δορυφορικές της νησίδες. Στα ενδιαιτήματά του περιλαμβάνονται βραχώδεις και πετρώδεις περιοχές, με ξερολιθιές, μακκία βλάστηση και φρύγανα. Τρέφεται με μικρά ασπόνδυλα, τα οποία θηρεύει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Γεννάει συνήθως 1-2 αυγά σε σχισμές βράχων ή κάτω από πέτρες. Περιλαμβάνεται με το παλιό ταξινομικό του καθεστώς στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης και στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

Μικρόσωμο σαμιαμίδι που δεν ξεπερνά σε συνολικό μήκος τα 10 εκ. Η ράχη είναι γκριζωπού χρώματος με σκουρόχρωμα σχέδια και μικρά επάρματα που διατρέχουν όλο το μήκος του σώματος και την ουρά. Έχει μακριά και λεπτά δάχτυλα τα οποία δεν διαθέτουν προσκολλητικά ελάσματα. Οι οφθαλμικές κόρες είναι κάθετες, όπως σε όλα τα σαμιαμίδια. Αναδείχτηκε σε […]

Περισσότερα

Καμπανούλα της Τοπάλη

Η Καμπανούλα της Τοπάλη είναι ένα πολυετές φυτό, το οποίο αποτελεί ενδημικό είδος της νοτίου Ελλάδας, ενώ το υποείδος C. t. delphica ενδημεί στο όρος Παρνασσός. Η καμπανούλα αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό φυτό του αρχαιολογικού χώρου των Δελφών, ο οποίος είναι μία από τις θέσεις που το είδος είναι κοινό και εύκολα το συναντά κανείς, ακόμη και πάνω στα αρχαία μνημεία. Φύεται σε ασβεστολιθικό βραχώδες υπόστρωμα και στα ενδιαιτήματά του περιλαμβάνονται σχισμές βράχων και γκρεμοί απόκρημνων ρεματιών και φαραγγιών, βραχώδεις ορθοπλαγιές, ερείπια οικοδομημάτων και πετρότοιχοι, έως το υψόμετρο των 1.300 μ. Τα άνθη της έχουν λιλά χρωματισμό, είναι σωληνοειδείς, εκφύονται σε ανθοφόρους βλαστούς και ανθοφορούν από τα μέσα τις άνοιξης έως και τις αρχές του καλοκαιριού. Τα φύλλα στη βάση του φυτού σχηματίζουν ρόδακα. Η Καμπανούλα της Τοπάλη είναι φυτό χαμηλού ύψους και χαρακτηρίζεται ως χασμόφυτο, είναι δηλαδή φυτό που αναπτύσσεται σε ρωγμές βράχων.

Η Καμπανούλα της Τοπάλη είναι ένα πολυετές φυτό, το οποίο αποτελεί ενδημικό είδος της νοτίου Ελλάδας, ενώ το υποείδος C. t. delphica ενδημεί στο όρος Παρνασσός. Η καμπανούλα αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό φυτό του αρχαιολογικού χώρου των Δελφών, ο οποίος είναι μία από τις θέσεις που το είδος είναι κοινό και εύκολα το συναντά κανείς, ακόμη […]

Περισσότερα

Βαλκανόσαυρα του Ιονίου

Πρόκειται για μια ευκίνητη σαύρα με μακρόστενο σώμα που συνήθως φτάνει τα οκτώ εκατοστά, αν και η ουρά έχει το διπλάσιο μήκος. Το κεφάλι διακρίνεται από το σώμα χάρη σε σχηματισμό που μοιάζει με πριονωτό «κολάρο», ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των δύο ειδών βαλκανόσαυρας καθώς όλες οι σαύρες του γένους Podarcis διαθέτουν λείο «κολάρο». Ο χρωματισμός της ράχης είναι έντονα πρασινωπός και διακοσμείται από μαύρα ή καστανά στίγματα ενώ η κοιλιακή χώρα λαμβάνει κιντρινωπές και υπόλευκες αποχρώσεις. Η βαλκανόσαυρα διαβιοί τυπικά σε ανοιχτές, επίπεδες εκτάσεις όπως ξέφωτα και λιβάδια. Το χειμώνα, στο ψυχρό κλίμα της Δωδώνης, εφαρμόζει χειμέρια νάρκη και επαναδραστηριοποιείται την άνοιξη. Τρέφεται με αρθρόποδα με τα κολεόπτερα να αποτελούν την βασική ομάδα. Η περίοδος αναπαραγωγής ξεκινά στα μέσα Απριλίου (έως τις αρχές του καλοκαιριού) και οι θηλυκές σαύρες γεννούν 2-10 αυγά. Το είδος εξαπλώνεται μόνο στην Αλβανία και την Ελλάδα (με κατανομή δυτικά της Πίνδου, στην Πελοπόννησο και σε Ζάκυνθο, Κεφαλονιά, Κέρκυρα και Ιθάκη). Λόγω της πρόσφατης αναγνώρισης του είδους ως διακριτή ταξινομική οντότητα (2017), δεν έχει ακόμη υπαχθεί αυτοτελώς σε καθεστώς προστασίας μέσω διεθνών και ενωσιακών συμβάσεων.

Πρόκειται για μια ευκίνητη σαύρα με μακρόστενο σώμα που συνήθως φτάνει τα οκτώ εκατοστά, αν και η ουρά έχει το διπλάσιο μήκος. Το κεφάλι διακρίνεται από το σώμα χάρη σε σχηματισμό που μοιάζει με πριονωτό «κολάρο», ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των δύο ειδών βαλκανόσαυρας καθώς όλες οι σαύρες του γένους Podarcis διαθέτουν λείο «κολάρο». Ο χρωματισμός της […]

Περισσότερα

Μεσογειακή χελώνα

Η μεσογειακή χελώνα είναι μεσαίου μεγέθους χερσαία χελώνα με μήκος που φτάνει τα 25 εκ., με τα θηλυκά άτομα να είναι συνήθως μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Έχει θολωτό χέλυο με κιτρινωπό ή καφετί χρωματισμό και σκουρόχρωμα μπαλώματα σε κάθε πλάκα. Το πλάστρο είναι συνήθως κατά βάση σκουρόχρωμο προς μαύρο, με μια κιτρινωπή λωρίδα να το διατρέχει στο κέντρο, η οποία όμως μπορεί να είναι και πολύ πιο εκτεταμένη. Η υπερουραία πλάκα μπορεί να είναι μονή ή διπλή, ενώ η ουρά φέρει μεγάλη χαρακτηριστική φολίδα που σχηματίζει ακίδα. Η εξάπλωση του είδους περιλαμβάνει περιοχές της νοτίου Ευρώπης και της Βαλκανικής χερσονήσου. Στην Ελλάδα είναι το πιο ευρέως διαδεδομένο είδος χερσαίας χελώνας, καθώς απαντάται στο σύνολο της Ηπειρωτικής χώρας, στην Εύβοια και σε αρκετά νησιά του Ιονίου. Η μεσογειακή χελώνα είναι ημερόβιο είδος, αποφεύγει όμως τις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού, ενώ τον χειμώνα πέφτει σε λήθαργο. Την συναντάμε σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, όπως θαμνότοπους ή ανοιχτές περιοχές στις παρυφές δασών, αλλά και σε ελαιώνες, καλλιέργειες ή κοντά σε οικισμούς. Το είδος περιλαμβάνεται στη Σύμβαση της Βέρνης (Παραρτήματα Ι και II), στα Παραρτήματα ΙΙ και IV της Οδηγίας των Οικοτόπων 92/43/ΕΟΚ και στο Παράρτημα II της Συνθήκης CITES για το εμπόριο άγριων ειδών.

Η μεσογειακή χελώνα είναι μεσαίου μεγέθους χερσαία χελώνα με μήκος που φτάνει τα 25 εκ., με τα θηλυκά άτομα να είναι συνήθως μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Έχει θολωτό χέλυο με κιτρινωπό ή καφετί χρωματισμό και σκουρόχρωμα μπαλώματα σε κάθε πλάκα. Το πλάστρο είναι συνήθως κατά βάση σκουρόχρωμο προς μαύρο, με μια κιτρινωπή λωρίδα να το […]

Περισσότερα

Μεγάλο σκαθάρι αιγόκερως

Το σκαθάρι αιγόκερως, είναι ένα έντομο χωρίς ικανότητα πτήσης που σχετίζεται με ώριμα δάση φυλλοβόλων και κωνοφόρων δέντρων. Προτιμά ενδιαιτήματα με πυκνή φυτοκάλυψη, μεγάλα πεσμένα δέντρα και άφθονα ξυλώδη υπολείμματα τα οποία και χρησιμοποιεί για την ανάπτυξή του κατά τα προνυμφικά στάδιά του. Το είδος αυτό συναντάται στην κεντρική και νότια Ευρώπη, κυρίως σε δάση οξιάς, λεύκας, δρυός, έλατου και πεύκου. Τα ενήλικα είναι σχετικά μεγάλα, με μήκος σώματος περίπου 20-40 χιλ. ενώ φέρει χαρακτηριστικές, μακριές κεραίες. Το M. asper έχει μεγάλη διάρκεια ζωής και έχει χαμηλή ικανότητα διασποράς λόγω της αδυναμίας πτήσης του. Η δραστηριότητα του σκαθαριού κορυφώνεται στα τέλη της άνοιξης και στις αρχές του καλοκαιριού ενώ παίζει ζωτικό ρόλο στα οικοσυστήματα των δασών βοηθώντας στη διάσπαση του ξύλου.

Το σκαθάρι αιγόκερως, είναι ένα έντομο χωρίς ικανότητα πτήσης που σχετίζεται με ώριμα δάση φυλλοβόλων και κωνοφόρων δέντρων. Προτιμά ενδιαιτήματα με πυκνή φυτοκάλυψη, μεγάλα πεσμένα δέντρα και άφθονα ξυλώδη υπολείμματα τα οποία και χρησιμοποιεί για την ανάπτυξή του κατά τα προνυμφικά στάδιά του. Το είδος αυτό συναντάται στην κεντρική και νότια Ευρώπη, κυρίως σε δάση […]

Περισσότερα

Δενδρογαλιά

Ένα από τα πιο γνωστά και κοινά φίδια της Ελλάδας που λείπει μόνο από την ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη ενώ βρίσκεται και σε πολλά νησιά. Το σώμα του είναι λεπτό και φτάνει σε μήκος έως το ένα μέτρο. Ο ραχιαίος χρωματισμός είναι γκρίζος, λαδί και καστανός και διακόπτεται από πολλές σκούρες κηλίδες οι οποίες στο κέντρο τους φέρουν λευκή γραμμή που είναι ανάγλυφη, δίνοντας μια ιδιαίτερη αντίσταση κατά την αφή (τροπιδωτές φολίδες). Απαντάται σε πολλά διαφορετικά ενδιαιτήματα από το επίπεδο της θάλασσας έως υψόμετρο 1.400 μέτρων. Τρέφεται με σαύρες, έντομα και τρωκτικά και είναι πολύ γρήγορο στην κίνησή του. Η περίοδος της αναπαραγωγής εντοπίζεται στην άνοιξη και η γέννα (4-10 αυγά) πραγματοποιείται στα μέσα του καλοκαιριού. Αναγράφεται στα Παραρτήματα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και II της Σύμβασης της Βέρνης. Παρά τις δοξασίες που υπάρχουν γύρω από τη δεντρογαλιά, πρόκειται για τελείως ακίνδυνο είδος που δεν διαθέτει δηλητήριο.

Ένα από τα πιο γνωστά και κοινά φίδια της Ελλάδας που λείπει μόνο από την ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη ενώ βρίσκεται και σε πολλά νησιά. Το σώμα του είναι λεπτό και φτάνει σε μήκος έως το ένα μέτρο. Ο ραχιαίος χρωματισμός είναι γκρίζος, λαδί και καστανός και διακόπτεται από πολλές σκούρες κηλίδες οι οποίες […]

Περισσότερα

Λαφιάτης του Ασκληπιού

Ο λαφιάτης του Ασκληπιού φτάνει σε μήκος σώματος το ενάμιση μέτρο, το χρώμα της ράχης είναι γκριζωπό, καφέ ή πράσινο λαδί και στην περιοχή του λαιμού συνήθως παρατηρείται κιτρινωπός χρωματισμός. Απαντάται σε περιοχές με υψηλή υγρασία, συνήθως κοντά σε υδατοσυλλογές και σε φυλλοβόλα δένδρα αλλά και σε φρυγανικά οικοσυστήματα, ενώ η υψομετρική κατανομή του φτάνει τα 1.500 μέτρα. Παρουσιάζει ευρεία κατανομή που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης. Απαντάται σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και σε δύο μόνο νησιά, την Κέρκυρα και τους Παξούς. Η περίοδος αναπαραγωγής εντοπίζεται αργά την άνοιξη και τα θηλυκά γεννούν 2-18 αυγά προς τα τέλη του καλοκαιριού τα οποία κρύβουν κάτω από πέτρες ή πεσμένους κορμούς. Τρέφεται με μικρές σαύρες και κυρίως με τρωκτικά, στοιχείο που γνωρίζουν οι αγρότες και προστατεύουν το φίδι. Αναφέρεται στα Παραρτήματα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και II της Σύμβασης της Βέρνης. Στην αρχαία Ελλάδα πιστεύονταν ότι ήταν το αγαπημένο φίδι του θεού της ιατρικής και πάντα απεικονίζεται στα αγάλματα του Ασκληπιού καθώς και της κόρης του Υγείας. Το δημώδες του όνομα και στα αγγλικά (Aesculapian snake) απηχεί αυτή την παράδοση. Σε αρκετές περιοχές της χώρας μας είναι γνωστό και ως γιατρόφιδο. Στην Επίδαυρο εντοπίστηκαν άτομα του είδους, κυρίως στην περιοχή κοντά στα Προπύλαια.

Ο λαφιάτης του Ασκληπιού φτάνει σε μήκος σώματος το ενάμιση μέτρο, το χρώμα της ράχης είναι γκριζωπό, καφέ ή πράσινο λαδί και στην περιοχή του λαιμού συνήθως παρατηρείται κιτρινωπός χρωματισμός. Απαντάται σε περιοχές με υψηλή υγρασία, συνήθως κοντά σε υδατοσυλλογές και σε φυλλοβόλα δένδρα αλλά και σε φρυγανικά οικοσυστήματα, ενώ η υψομετρική κατανομή του φτάνει […]

Περισσότερα

Σενέκιο το εαρινό

To σενέκιο είναι ένα κοινό ετήσιο είδος θερόφυτου της οικογένειας των Αστεροειδών. Έχει ευρεία αυτοφυή εξάπλωση στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, της δυτικής Ασίας και σε τμήματα της Μέσης Ανατολής και βόρειας Αφρικής. Η κατανομή του στην Ελλάδα περιλαμβάνει σχεδόν όλη την ηπειρωτική και νησιωτική επικράτεια. Το είδος προτιμά πετρώδη, αμμώδη ή άγονα εδάφη και απαντά κυρίως σε πλαγιές με υψομετρικό εύρος από 200 έως 2.200 μ. Συχνά φύεται σε κράσπεδα δρόμων και περιφέρειες καλλιεργειών, καθώς και πάνω σε αρχαία οικοδομήματα, όπως τείχη και ερείπια ναών και οικιών. Ανθοφορεί από Φεβρουάριο έως Ιούνιο. Τα άνθη του έχουν κίτρινο χρώμα και φύονται από διακλαδιζόμενους λεπτούς βλαστούς. Το ύψος του φυτού φτάνει έως τα 50-60 εκ. και τα στελέχη του αναπτύσσονται όρθια. Έχει παρόμοια φύλλα βάσης και ανώτερα, τα οποία είναι επιμήκη και κυματοειδή που φέρουν μικρά επάρματα και τρίχες, ενώ η περιφέρεια του ελάσματός τους είναι λοβωτή. Το σενέκιο το εαρινό είναι φαρμακευτικό είδος, καθώς και μελισσοκομικό φυτό.

To σενέκιο είναι ένα κοινό ετήσιο είδος θερόφυτου της οικογένειας των Αστεροειδών. Έχει ευρεία αυτοφυή εξάπλωση στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, της δυτικής Ασίας και σε τμήματα της Μέσης Ανατολής και βόρειας Αφρικής. Η κατανομή του στην Ελλάδα περιλαμβάνει σχεδόν όλη την ηπειρωτική και νησιωτική επικράτεια. Το είδος προτιμά πετρώδη, αμμώδη ή άγονα εδάφη και […]

Περισσότερα

Τσίμα

Μικρού μεγέθους ψάρι το οποίο δεν ξεπερνά τα έξι εκ. Το χρώμα του σώματος, που είναι πλευρικά πεπλατυσμένο, είναι σκουρόχρωμο στη ράχη και ασημί ή υπόλευκο στην περιοχή της κοιλιάς. Η αναπαραγωγική περίοδος λαμβάνει χώρα μέσα στην άνοιξη σε θέσεις κοντά σε πηγές με νερά υψηλής ροής. Τα αυγά που γεννιούνται προσκολλώνται σε υδρόβια φυτά, βυθισμένα μέσα στο νερό. Η διατροφή του περιλαμβάνει πολλά υδρόβια ασπόνδυλα καθώς και σκώληκες. Πρόκειται για στενοενδημικό ψάρι της λίμνης Παμβώτιδας όπου όμως τα τελευταία χρόνια οι πληθυσμοί του μειώνονται δραματικά, ενώ κάποια άτομα εντοπίζονται σε θέσεις κοντά στη λίμνη. Η τσίμα χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον είδος και περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Η βασική του απειλή είναι η ρύπανση μέσω αγροτικών και κτηνοτροφικών λυμάτων τα οποία οδηγούν σε ευτροφισμό καθώς και η εισαγωγή εισβλητικών ειδών στην Παμβώτιδα τα οποία ανταγωνίζονται την τσίμα.

Μικρού μεγέθους ψάρι το οποίο δεν ξεπερνά τα έξι εκ. Το χρώμα του σώματος, που είναι πλευρικά πεπλατυσμένο, είναι σκουρόχρωμο στη ράχη και ασημί ή υπόλευκο στην περιοχή της κοιλιάς. Η αναπαραγωγική περίοδος λαμβάνει χώρα μέσα στην άνοιξη σε θέσεις κοντά σε πηγές με νερά υψηλής ροής. Τα αυγά που γεννιούνται προσκολλώνται σε υδρόβια φυτά, […]

Περισσότερα

Λεπιδόουρη λιβελούλα

Ένα μεγάλο είδος λιβελούλας που απαντάται στην Κεντρική Ασία, τη Μέση Ανατολή και σε μέρη της λεκάνης της Μεσογείου. Το μήκος των ενηλίκων μπορεί να φτάσει τα 90 χιλ. Αυτό το είδος προτιμά μεγάλα, μόνιμα υδάτινα σώματα όπως λίμνες και δεξαμενές, συχνά με άφθονη βλάστηση. Η L. tetraphylla είναι γνωστή για την έντονη μεταναστευτική της συμπεριφορά, με άτομα ικανά να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις. Το είδος είναι πιο δραστήριο κατά τους θερμότερους μήνες, όταν μπορεί κανείς να το δει να περιπολεί στην επικράτειά του και να κυνηγά θηράματα τα οποία μπορεί και συλλαμβάνει με τις εξαιρετικές πτητικές της ικανότητες.

Ένα μεγάλο είδος λιβελούλας που απαντάται στην Κεντρική Ασία, τη Μέση Ανατολή και σε μέρη της λεκάνης της Μεσογείου. Το μήκος των ενηλίκων μπορεί να φτάσει τα 90 χιλ. Αυτό το είδος προτιμά μεγάλα, μόνιμα υδάτινα σώματα όπως λίμνες και δεξαμενές, συχνά με άφθονη βλάστηση. Η L. tetraphylla είναι γνωστή για την έντονη μεταναστευτική της […]

Περισσότερα

Βάτραχος της Ηπείρου

Ένας ημερόβιος βάτραχος που βρίσκεται σε μεγάλη ποικιλία υγροτόπων (λίμνες, τέλματα, κανάλια) της δυτικής Ελλάδας και της νότιας Αλβανίας. Το μοναδικό νησί όπου απαντώνται πληθυσμοί του είναι η Κέρκυρα. Το σώμα του έχει μήκος που δεν ξεπερνά τα 10 εκ. Το χρώμα της ραχιαίας επιφάνειας είναι πράσινο και φέρει σκουρόχρωμες κηλίδες. Η διατροφή του βασίζεται σε ασπόνδυλα (κυρίως έντομα) τα οποία θηρεύει είτε μέσα στο νερό ή στην παρυδάτια βλάστηση. Το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει στην λίμνη Παμβώτιδα είναι ο υβριδισμός του με τον βαλκανικό βάτραχο (Pelophylax kurtmuelleri) με συνέπεια να χάνονται οι αμιγείς τύποι του βάτραχου της Ηπείρου. Καθώς ο βαλκανικός βάτραχος έχει σαφώς μεγαλύτερη εξάπλωση, τέτοιου τύπου αλληλεπιδράσεις λειτουργούν αρνητικά για τον βάτραχο της Ηπείρου που έχει περιορισμένη κατανομή. Περιλαμβάνεται στο Παράρτημα III της Σύμβασης της Βέρνης. Χαρακτηρίζεται ως Τρωτό είδος στην τελευταία έκδοση του ελληνικού Κόκκινου Καταλόγου.

Ένας ημερόβιος βάτραχος που βρίσκεται σε μεγάλη ποικιλία υγροτόπων (λίμνες, τέλματα, κανάλια) της δυτικής Ελλάδας και της νότιας Αλβανίας. Το μοναδικό νησί όπου απαντώνται πληθυσμοί του είναι η Κέρκυρα. Το σώμα του έχει μήκος που δεν ξεπερνά τα 10 εκ. Το χρώμα της ραχιαίας επιφάνειας είναι πράσινο και φέρει σκουρόχρωμες κηλίδες. Η διατροφή του βασίζεται […]

Περισσότερα

Μαυροτσιροβάκος

O μαυροτσιροβάκος, είναι ένα μικρό επιδημητικό στρουθιόμορφο πουλί, μήκους 13-14 εκατοστών, ιδιαιτέρως κινητικό, το οποίο κάνει αισθητή την παρουσία του με το κάλεσμά του. Το είδος εξαπλώνεται σε περιοχές γύρω από τη Μεσόγειο και σε χώρες της βόρειας Αφρικής, γύρω από τη Σαχάρα. Στην Ελλάδα απαντά στο μεγαλύτερο μέρος της, όμως στη νότια και νησιωτική χώρα είναι πολύ πιο κοινός. Έχει μεγάλο εύρος ενδιαιτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται, ανοιχτοί θαμνότοποι, κυρίως με μακκία βλάστηση, δασολίβαδα με δρυς ή άλλα είδη δέντρων, πευκοδάση, αμμοθίνες και φρυγανότοποι με παρουσία θάμνων, σχεδόν πάντα σε παράκτιες, πεδινές και λοφώδεις περιοχές. Σε πολλά μέρη της εξάπλωσής του απαντά επίσης σε ελαιώνες, αμπελώνες, αρχαιολογικούς χώρους, πάρκα, άλση, κήπους, και περιβόλια, τόσο σε αγροτικές περιοχές με φυτοφράκτες, όσο και σε κατοικημένες, όπως οικισμούς, αστικές και περιαστικές ζώνες. Είναι επίσης κοινός σε αρκετές βραχονησίδες. Εμφανίζει φυλετικό διμορφισμό, με τα αρσενικά να έχουν μαύρο κεφάλι, γκρίζο το επάνω μέρος του σώματος και υπόλευκο το κάτω, ενώ τα εξωτερικά πηδαλιώδη φτερά είναι λευκά. Αντίθετα, τα θηλυκά έχουν πιο άτονο χρωματισμό, με το επάνω μέρος τους να είναι γκριζοκαφέ και το κάτω υπόλευκο με γκριζοκάστανες πλευρές. Χαρακτηριστικός και στα δύο φύλα είναι ο κόκκινος οφθαλμικός δακτύλιος ο οποίος στα αρσενικά είναι πιο λαμπερός. Τα πόδια έχουν καστανό-μπεζ χρωματισμό και το ράμφος είναι λεπτό, μακρύ και μαύρο με ανοιχτόχρωμη βάση. Την αναπαραγωγική περίοδο τα αρσενικά σχηματίζουν επικράτειες που υπερασπίζονται σθεναρά, το χτίσιμο της φωλιάς γίνεται πάνω σε θάμνους ή αναρριχητικά φυτά, συνήθως σε χαμηλό ύψος από το έδαφος. Γεννά δύο φορές το χρόνο, συνήθως αρχές και μέσα της άνοιξης, 3-5 αυγά κάθε φορά, τα οποία εκκολάπτονται μετά από δύο εβδομάδες. Είναι ημερόβιο είδος, το οποίο τρέφεται με έντομα και αράχνες από την εαρινή έως τα μέσα της θερινής περιόδου, και με καρπούς, σπόρους, νέκταρ και γύρη το υπόλοιπο του έτους.

O μαυροτσιροβάκος, είναι ένα μικρό επιδημητικό στρουθιόμορφο πουλί, μήκους 13-14 εκατοστών, ιδιαιτέρως κινητικό, το οποίο κάνει αισθητή την παρουσία του με το κάλεσμά του. Το είδος εξαπλώνεται σε περιοχές γύρω από τη Μεσόγειο και σε χώρες της βόρειας Αφρικής, γύρω από τη Σαχάρα. Στην Ελλάδα απαντά στο μεγαλύτερο μέρος της, όμως στη νότια και νησιωτική […]

Περισσότερα

Βραχοτσοπανάκος

Ο βραχοτσοπανάκος είναι ένα μικρό είδος στρουθιόμορφου πτηνού. Το πάνω μέρος του σώματος είναι γκρίζο, ο λαιμός και το στήθος είναι υπόλευκα, ενώ η κοιλιά και το κάτω μέρος της ουράς έχουν το χρώμα της σκουριάς. Χαρακτηριστική είναι η μαύρη μάσκα που ξεκινά από τη βάση του ράμφους και φτάνει ως τον αυχένα. Το ράμφος είναι μεγάλο συγκριτικά με το μέγεθος του σώματος και μυτερό. Η εξάπλωση του είδους περιορίζεται στη βορειοανατολική Μεσόγειο, ενώ στην Ελλάδα προτιμά τα μεσογειακά ενδιαιτήματα και απουσιάζει από τα πολύ μεγάλα υψόμετρα. Ζει σε φαράγγια, ασβεστολιθικές βραχώδεις και πετρώδεις πλαγιές, και γενικότερα ξηρές και άνυδρες περιοχές με μακκία βλάστηση και φρύγανα. Τρέφεται κυρίως με έντομα και αράχνες, αλλά και σαλιγκάρια και σπόρους. Χτίζει πολύ χαρακτηριστικές και περίτεχνες φωλιές από λάσπη, η είσοδος των οποίων σχηματίζει έναν μακρόστενο κώνο. Σε αυτή γεννά 6-10 αυγά, τα οποία για 15 έως 20 ημέρες. Οι θέσεις που επιλέγει ο βραχοτσοπανάκος για την κατασκευή της φωλιάς του περιλαμβάνουν βράχια, εγκαταλελειμμένες κατοικίες και ερείπια. Για το λόγο αυτό, το είδος είναι αρκετά κοινό σε αρχαιολογικούς χώρους. Η ονομασία του γένους προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό σίττα, επιφώνημα που χρησιμοποιούσαν οι βοσκοί κατά την αρχαιότητα για να καλούν και να καθοδηγούν το κοπάδι τους και θυμίζει το κάλεσμα των πουλιών αυτών. Από εκεί προέρχεται και η κοινή ονομασία του είδους.

Ο βραχοτσοπανάκος είναι ένα μικρό είδος στρουθιόμορφου πτηνού. Το πάνω μέρος του σώματος είναι γκρίζο, ο λαιμός και το στήθος είναι υπόλευκα, ενώ η κοιλιά και το κάτω μέρος της ουράς έχουν το χρώμα της σκουριάς. Χαρακτηριστική είναι η μαύρη μάσκα που ξεκινά από τη βάση του ράμφους και φτάνει ως τον αυχένα. Το ράμφος […]

Περισσότερα

Γραικοχελώνα

Η γραικοχελώνα είναι μεσαίου μεγέθους χερσαία χελώνα που μπορεί να φτάσει τα 30 εκ. σε μήκος, με τα θηλυκά να είναι συνήθως μεγαλύτερα των αρσενικών. Έχει θολωτό χέλυο με χρωματισμό που μπορεί να ποικίλλει, αλλά συνήθως είναι κιτρινωπό ή καφέ, με σκουρόχρωμα μπαλώματα σε κάθε πλάκα. Το πλάστρο είναι ομοιώς καφέ με μαύρα μπαλώματα. Διαθέτει μονή υπερουραία πλάκα και χαρακτηριστικά φύματα στους μηρούς. Η εξάπλωση του είδους περιλαμβάνει περιοχές της βορείου Αφρικής και της νότιας Ευρώπης, καθώς και τμήμα της νοτιοδυτικής Ασίας. Στην Ελλάδα απαντάται κυρίως στη Μακεδονία, τη Θράκη και σε νησιά του βορείου και ανατολικού Αιγαίου, έχει μεταφερθεί όμως και σε αρκετές περιο- χές εκτός της φυσικής του εξάπλωσης, όπως η Αττική και η Πελοπόννησος. Η γραικοχελώνα είναι ημερόβιο είδος, αλλά αποφεύγει τις πολύ θερμές ώρες του καλοκαιριού. Τη βρίσκουμε σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, όπως θαμνότοπους, λιβάδια, παρυφές δασών, αλλά και σε καλλιέργειες ή κοντά σε οικισμούς. Είναι κατά βάση φυτοφάγο ζώο, αλλά μπορεί ενίοτε να συμπληρώνει τη διατροφή της με μικρά ασπόνδυλα. Η αναπαραγωγή λαμβάνει χώρα την άνοιξη. Προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνης (Παραρτήματα Ι και II), ενώ περιλαμβάνεται στα Παραρτήματα ΙΙ και IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και στο Παράρτημα II της Συνθήκης CITES για το εμπόριο άγριων ειδών.

Η γραικοχελώνα είναι μεσαίου μεγέθους χερσαία χελώνα που μπορεί να φτάσει τα 30 εκ. σε μήκος, με τα θηλυκά να είναι συνήθως μεγαλύτερα των αρσενικών. Έχει θολωτό χέλυο με χρωματισμό που μπορεί να ποικίλλει, αλλά συνήθως είναι κιτρινωπό ή καφέ, με σκουρόχρωμα μπαλώματα σε κάθε πλάκα. Το πλάστρο είναι ομοιώς καφέ με μαύρα μπαλώματα. Διαθέτει […]

Περισσότερα

Σαΐνι

Το σαΐνι είναι ένα μεσαίου μεγέθους μεταναστευτικό αρπακτικό πουλί. Τα δύο φύλα μπορούν να ξεχωρίζουν από τον χρωματικό διμορφισμό και το ελαφρώς μεγαλύτερο μέγεθος του θηλυκού. Τα αρσενικά έχουν γκριζωπό το επάνω μέρος του σώματος και λευκό το κάτω, με καστανοκόκκινες ρίγες, ενώ τα θηλυκά έχουν γκριζοκαφέ ράχη και πιο άτονο καστανοκόκκινο χρωματισμό στην κοιλιά. Στην πτήση το αρσενικό είναι πιο ευδιάκριτο από το πολύ ανοιχτόχρωμο κάτω μέρος των φτερούγων του. Η περιοχή αναπαραγωγής του είναι τα Βαλκάνια, η Ουκρανία, η Τουρκία, η ΝΔ Ρωσία και η περιοχή του Καυκάσου. Στην Ελλάδα απαντά από την Στερεά Ελλάδα και βορειότερα, σε πεδινές και ημιορεινές περιοχές. Προτιμά ενδιαιτήματα όπως παραποτάμια και παραλίμνια δάση, ανοιχτά φυλλοβόλα δάση, δεντροκαλλιέργειες με ψηλά δέντρα, άλση και συστάδες δέντρων σε κοιλάδες ποταμών και παραθαλάσσιες περιοχές. Η αναπαραγωγική του περίοδος ξεκινάει από τα τέλη της άνοιξης και διαρκεί έως τα μέσα με τέλη του καλοκαιριού. Στήνει τη φωλιά του σε ψηλά δέντρα και γεννάει μία φορά το χρόνο 3-5 λευκά αυγά τα οποία επωάζει το θηλυκό για περίπου ένα μήνα. Η διατροφή του Σαϊνιού περιλαμβάνει σαύρες, μικρά πουλιά και έντομα, καθώς και σπανιότερα μικρά τρωκτικά και νυχτερίδες, που κυνηγάει συνήθως σε πτήση ή με εφόρμηση από εποπτικά σημεία.

Το σαΐνι είναι ένα μεσαίου μεγέθους μεταναστευτικό αρπακτικό πουλί. Τα δύο φύλα μπορούν να ξεχωρίζουν από τον χρωματικό διμορφισμό και το ελαφρώς μεγαλύτερο μέγεθος του θηλυκού. Τα αρσενικά έχουν γκριζωπό το επάνω μέρος του σώματος και λευκό το κάτω, με καστανοκόκκινες ρίγες, ενώ τα θηλυκά έχουν γκριζοκαφέ ράχη και πιο άτονο καστανοκόκκινο χρωματισμό στην κοιλιά. […]

Περισσότερα

Ελληνική λιβελούλα

Η λιβελούλα Cordulegaster helladica είναι ένα ενδημικό είδος οδοντόγναθου της νότιας Ελλάδας, με εξάπλωση στην Πελοπόννησο, τη νοτιοανατολική Στερεά Ελλάδα, την Εύβοια και ορισμένα νησιά των Κυκλάδων (Άνδρος, Τήνος, Νάξος). Είναι μεγάλου μεγέθους λιβελούλα με συνολικό μήκος αρσενικού 68-78 χιλ., ενώ το θηλυκό με μεγαλύτερο μήκος κυμαίνεται στα 78-83 χιλ. Έχει μεγάλα μάτια πράσινου χρώματος, τα οποία και της επιτρέπουν να βλέπει άλλα έντομα που αποτελούν τη λεία της. Ο βασικός χρωματισμός του είναι μαύρος και φέρει κίτρινους κοιλιακούς δακτυλίους, καθώς και κίτρινα ή μαύρα σημάδια και κηλίδες στο θώρακα, το μέτωπο, το ινιακό τρίγωνο και το πάνω μέρος της κοιλιάς. Η διάταξη των σημαδιών αυτών χαρακτηρίζουν το κάθε είδος του γένους, αλλά και τα τρία υποείδη του C. helladica μεταξύ τους. Ένα από τα υποείδη είναι το C. h. kastalia που ενδημεί στο όρος Παρνασσός και τη γύρω περιοχή, όπου βρίσκεται και η Κασταλία κρήνη των Δελφών, στην οποία οφείλει την ονομασία του. Τα ενδιαιτήματα που προτιμά είναι μικρά ρέματα και ρυάκια, αλλά περιστασιακά μπορεί να βρεθεί και σε μεγαλύτερης επιφάνειας και βαθύτερα νερά. Η περίοδος πτήσης των ενήλικων διαρκεί από τα μέσα Μαΐου έως τα μέσα Αυγούστου.

Η λιβελούλα Cordulegaster helladica είναι ένα ενδημικό είδος οδοντόγναθου της νότιας Ελλάδας, με εξάπλωση στην Πελοπόννησο, τη νοτιοανατολική Στερεά Ελλάδα, την Εύβοια και ορισμένα νησιά των Κυκλάδων (Άνδρος, Τήνος, Νάξος). Είναι μεγάλου μεγέθους λιβελούλα με συνολικό μήκος αρσενικού 68-78 χιλ., ενώ το θηλυκό με μεγαλύτερο μήκος κυμαίνεται στα 78-83 χιλ. Έχει μεγάλα μάτια πράσινου χρώματος, […]

Περισσότερα

Αλογάκι της Παναγίας

Το Mantis religiosa είναι ένα είδος εντόμου που συναντάται κυρίως στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, ενώ στην Ελλάδα έχει ευρεία κατανομή στην ηπειρωτική αλλά και νησιωτική χώρα. Τα ενήλικα άτομα φτάνουν σε μήκος περίπου 50-75 χιλ. Προτιμά ηλιόλουστες περιοχές με χαμηλή βλάστηση, όπως λιβάδια, κήπους και άκρες δασών. Το αλογάκι είναι διάσημο για το χαρακτηριστικό του παράστημα, που μοιάζει με στάση προσευχής και την ικανότητα να περιστρέφει το κεφάλι του, κάτι σπάνιο στα έντομα. Είναι δεινός θηρευτής μικρότερων εντόμων, χρησιμοποιώντας τα μπροστινά του πόδια για να τα συλλαμβάνει. Η αναπαραγωγική του συμπεριφορά είναι γνωστή για το γεγονός ότι το θηλυκό μπορεί να φάει το αρσενικό μετά τη σύζευξη, αν και αυτό δεν συμβαίνει πάντα.

Το Mantis religiosa είναι ένα είδος εντόμου που συναντάται κυρίως στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, ενώ στην Ελλάδα έχει ευρεία κατανομή στην ηπειρωτική αλλά και νησιωτική χώρα. Τα ενήλικα άτομα φτάνουν σε μήκος περίπου 50-75 χιλ. Προτιμά ηλιόλουστες περιοχές με χαμηλή βλάστηση, όπως λιβάδια, κήπους και άκρες δασών. Το αλογάκι είναι διάσημο για […]

Περισσότερα

Χορεύτρια ακρίδα της Ηπείρου

Η χορεύτρια ακρίδα είναι ένα είδος που βρίσκεται στην βορειοδυτική Ελλάδα και χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον στονελληνικό Κόκκινο Κατάλογο. Εντοπίζεται μόνο σε λίγες περιορισμένες περιοχές που χαρακτηρίζονται από αγροστολιβαδικές διαπλάσεις και περιοδικά πλημυρικά φαινόμενα ενώ είναι γνωστό ότι έχει χαθεί πάνω από το 85% των κατάλληλων ενδιαιτημάτων για το είδος. Το μέγεθος των ενηλίκων ατόμων φτάνει περίπου 20-30 χιλ. και χαρακτηριστικά φέρει λευκές άκρες στις κεραίες της. Η ακρίδα αυτή είναι ενεργή κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και τρέφεται με ποικιλία φυτών, κυρίως χλόες και άλλα χορτάρια. Επίσης, καταναλώνει τρυφερά φύλλα και βλαστάρια από διάφορα φυτά.

Η χορεύτρια ακρίδα είναι ένα είδος που βρίσκεται στην βορειοδυτική Ελλάδα και χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον στονελληνικό Κόκκινο Κατάλογο. Εντοπίζεται μόνο σε λίγες περιορισμένες περιοχές που χαρακτηρίζονται από αγροστολιβαδικές διαπλάσεις και περιοδικά πλημυρικά φαινόμενα ενώ είναι γνωστό ότι έχει χαθεί πάνω από το 85% των κατάλληλων ενδιαιτημάτων για το είδος. Το μέγεθος των ενηλίκων ατόμων […]

Περισσότερα

Γραικόσαυρα

Η γραικόσαυρα είναι μια σαύρα με λεπτοκαμωμένο σώμα που φτάνει τα οκτώ εκ. και μακριά ουρά με διπλάσιο τουλάχιστον μήκος. Διαθέτει πεπλατυσμένο σχήμα σώματος και μακρύ ρύγχος. Τα αρσενικά είναι πιο μεγαλόσωμα απ’ ότι τα θηλυκά, με μεγαλύτερο κεφάλι. Ο χρωματισμός τις ράχης είναι καφέ έως γκριζοπράσινος ή λαδί, με πολυάριθμες σκούρες κηλίδες. Τα πλευρά είναι πιο σκουρόχρωμα από τη ράχη, με ανοιχτόχρωμα στίγματα, ενώ, ειδικά στα αρσενικά, εμφανίζουν ολιγάριθμες μπλε κηλίδες. Τα ανήλικα ζώα διαθέτουν ουρά σε έντονο μπλε ή τυρκουάζ χρώμα. Η γραικόσαυρα είναι ενδημικό είδος της Πελοποννήσου. Είναι κατά τόπους κοινό είδος, όμως η εξάπλωσή του, η οποία περιλαμβάνει τη νότια, κεντρική και βορειοανατολική Πελοπόννησο, είναι κατακερματισμένη. Προτιμά κυρίως υγρά και σκιερά βραχώδη ενδιαιτήματα με πυκνή βλάστηση. Τη βρίσκουμε σε παρυφές υγροτόπων, δασών ή κοντά σε ποτάμια. Είναι είδος που αναρριχάται πολύ επιδέξια σε βράχους και κορμούς δέντρων, χάρη στα μακριά της άκρα και το ευέλικτο σώμα της. Είναι ημερόβιο είδος και δραστηριοποιείται από τον Απρίλιο ως τον Νοέμβριο, αποφεύγει όμως τις πιο θερμές ώρες της ημέρας. Η διατροφή της απαρτίζεται από μικρά ασπόνδυλα, με έμφαση στα έντομα και τις αράχνες. Η αναπαραγωγή λαμβάνει χώρα από τον Απρίλιο ως τα μέσα του καλοκαιριού. Τα θηλυκά γεννούν 1-6 αυγά, μία φορά τον χρόνο. Το είδος προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνης (Παράρτημα ΙΙ), ενώ περιλαμβάνεται και στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

Η γραικόσαυρα είναι μια σαύρα με λεπτοκαμωμένο σώμα που φτάνει τα οκτώ εκ. και μακριά ουρά με διπλάσιο τουλάχιστον μήκος. Διαθέτει πεπλατυσμένο σχήμα σώματος και μακρύ ρύγχος. Τα αρσενικά είναι πιο μεγαλόσωμα απ’ ότι τα θηλυκά, με μεγαλύτερο κεφάλι. Ο χρωματισμός τις ράχης είναι καφέ έως γκριζοπράσινος ή λαδί, με πολυάριθμες σκούρες κηλίδες. Τα πλευρά […]

Περισσότερα

Σποροφάγο μυρμήγκι του Bάσμαν

Το μυρμήγκι αυτό είναι ένα ευρέως διαδεδομένο είδος της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας. Τρέφεται κυρίως με σπόρους κατά τους καλοκαιρινούς αλλά και φθινοπωρινούς μήνες ενώ δημιουργεί χαρακτηριστικές, μακριές τροφικές γραμμές στα οικοσυστήματα που διαβιεί. Δραστηριοποιείται σε ξηρά, ανοιχτά ενδιαιτήματα με αγρωστώδη και άλλη χαμηλή βλάστηση. Δημιουργεί μεγάλες αποικίες με χιλιάδες εργάτριες (όλες στείρα θηλυκά άτομα) και πολλές διαφορετικές εξόδους από τις οποίες οι εργάτριες αυτές εξέρχονται προς εύρεση τροφής. Οι εργάτρι- ες χαρακτηρίζονται από έντονο πολυμορφισμό με τις μεγαλύτερες να είναι έως και 1,5εκ. ενώ οι μικρότερες μόλις λίγων χιλιοστών. Τα σαρκοφάγα μυρμήγκια μία φορά το χρόνο (συνήθως στις αρχές με μέσα Οκτωβρίου μετά από τις πρώτες βροχές) πραγματοποιούν την επονομαζόμενη γαμήλια πτήση όπου γενετικά ώριμες πριγκίπισσες και αρσενικά άτομα που φέρουν φτερά, εξέρχονται της αποικίας και αφού γονιμοποιηθούν οι πριγκίπισσες, αποκόπτουν τα φτερά τους και ξεκινούν μία νέα αποικία.

Το μυρμήγκι αυτό είναι ένα ευρέως διαδεδομένο είδος της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας. Τρέφεται κυρίως με σπόρους κατά τους καλοκαιρινούς αλλά και φθινοπωρινούς μήνες ενώ δημιουργεί χαρακτηριστικές, μακριές τροφικές γραμμές στα οικοσυστήματα που διαβιεί. Δραστηριοποιείται σε ξηρά, ανοιχτά ενδιαιτήματα με αγρωστώδη και άλλη χαμηλή βλάστηση. Δημιουργεί μεγάλες αποικίες με χιλιάδες εργάτριες (όλες στείρα θηλυκά άτομα) […]

Περισσότερα

Κριόκερος του κρίνου

Ο κριόκερος του κρίνου είναι ένα είδος σκαθαριού που είναι αρκετά κοινό στην Ευρώπη και την Ασία ενώ στην Ελλάδα συνδέεται με διάφορα οικοσυστήματα μεσαίων υψομέτρων. Τα ενήλικα άτομα φτάνουν σε μήκος περίπου τα 6-9 χιλ. Συνδέεται κυρίως με είδη των γενών Lilium και Fritillaria. Το σκαθάρι αυτό είναι φυτοφάγο, καταναλώνοντας φύλλα, στελέχη και άνθη. Τα αρσενικά και τα θηλυκά εμφανίζονται νωρίς την άνοιξη και προτιμούν υγρά και ψυχρά περιβάλλοντα. Τοποθετούν μέχρι και 450 αυγά στο κάτω μέρος των φύλλων και από αυτά εκκολάπτονται μικρές κίτρινες, καφετί ή πορτοκαλί προνύμφες μετά από 1-2 εβδομάδες. Τρέφονται για περίπου ένα μήνα και κατόπιν μετακινούνται στο ριζικό σύστημα των φυτών, δημιουργούν ένα κουκούλι από χώμα και σάλιο και εξέρχονται πλέον ως ενήλικα, εντυπωσιακά κόκκινα σκαθάρια με μαύρα πόδια και κεραίες.

Ο κριόκερος του κρίνου είναι ένα είδος σκαθαριού που είναι αρκετά κοινό στην Ευρώπη και την Ασία ενώ στην Ελλάδα συνδέεται με διάφορα οικοσυστήματα μεσαίων υψομέτρων. Τα ενήλικα άτομα φτάνουν σε μήκος περίπου τα 6-9 χιλ. Συνδέεται κυρίως με είδη των γενών Lilium και Fritillaria. Το σκαθάρι αυτό είναι φυτοφάγο, καταναλώνοντας φύλλα, στελέχη και άνθη. […]

Περισσότερα

Ασπροπάρης

Ο ασπροπάρης είναι μικρός γύπας με μήκος που φτάνει τα 70 εκ., άνοιγμα φτερούγων που φτάνει το 1,70 μ. και βάρος που κυμαίνεται στα 2-2,5 κιλά. Πρόκειται για το μικρότερο είδος γύπα της Ευρώπης. Τα δύο φύλα δεν εμφανίζουν φυλετικό διμορφισμό, όμως τα θηλυκά είναι συχνά ελαφρώς μεγαλύτερα. Ο χρωματισμός του σώματος και των φτερούγων είναι κατά βάση λευκός, με τα πρωτεύοντα όμως και τα δευτερεύοντα φτερά να είναι μαύρα. Η ουρά εμφανίζει κατά την πτήση αναγνωριστικό σφηνοειδές σχήμα. Το πρόσωπο και ο λαιμός είναι γυμνά από φτέρωμα και είναι πορτοκαλί ή κίτρινα, ενώ τα φτερά στο πίσω μέρος του κεφαλιού είναι ανασηκωμένα. Τα νεαρά άτομα είναι σκουρόχρωμα. Είναι μεταναστευτικό είδος, με την εξάπλωση του να περιλαμβάνει τη νότια Ευρώπη, την κεντρική Αφρική, τη Μέση Ανατολή και τη νότια Ασία. Στην Ελλάδα έως τα μέσα του 20ου αιώνα ήταν ένα κοινό και διαδε- δομένο είδος σε ολόκληρη την επικράτεια, όμως ο πληθυσμός του έχει μειωθεί δραματικά και πλέον δεν ξεπερνά τα 10 ζευγάρια. Η περιοχή των Μετεώρων φιλοξενούσε κατά το παρελθόν σημαντικό αναπαραγόμενο πληθυσμό, ο οποίος όμως σήμερα περιορίζεται σε ένα μόλις ζευγάρι. Το είδος κατοικεί κυρίως σε ορεινές περιοχές και φωλιάζει σε βράχια σε κάθετες και απόκρημνες πλαγιές. Είναι μονογαμικό ζώο και η αναπαραγωγή λαμβάνει χώρα την άνοιξη. Τα θηλυκά γεννούν ένα με δύο αυγά, τα οποία επωάζονται και από τους δύο γονείς. Ο ασπροπάρης είναι πτωματοφάγο είδος και η σημαντικότερη απειλή που αντιμετωπίζει η δηλητηρίαση από δηλητηριασμένα δολώματα. Χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον είδος στον ελληνικό Κόκκινο Κατάλογο, ενώ περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας για τα Πουλιά 2009/147.

Ο ασπροπάρης είναι μικρός γύπας με μήκος που φτάνει τα 70 εκ., άνοιγμα φτερούγων που φτάνει το 1,70 μ. και βάρος που κυμαίνεται στα 2-2,5 κιλά. Πρόκειται για το μικρότερο είδος γύπα της Ευρώπης. Τα δύο φύλα δεν εμφανίζουν φυλετικό διμορφισμό, όμως τα θηλυκά είναι συχνά ελαφρώς μεγαλύτερα. Ο χρωματισμός του σώματος και των φτερούγων […]

Περισσότερα

Κιτρινομπομπίνα

Η κιτρινομπομπίνα είναι μικρό άνουρο αμφίβιο που μπορεί να φτάσει σε μήκος σώματος τα πέντε εκ. Έχει δέρμα τραχύ, καλυμμένο με φυμάτια. Η ράχη έχει σκούρο λαδί χρώμα, με πολυάριθμα μαύρα στίγματα, ενώ η κοιλιά έχει χαρακτηριστικό κίτρινο χρώμα με σκουρόχρωμες κηλίδες και σχέδια. Η οφθαλμική κόρη έχει τριγωνικό σχήμα. Η εξάπλωση του είδους περιλαμβάνει την κεντρική και νοτιανατολική Ευρώπη. Στην Ελλάδα απαντάται στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής χώρας, εκτός από την Πελοπόννησο, διαβιοί όμως κυρίως σε ορεινά ενδιαιτήματα, σε υψόμετρα από 900 έως 2200 μ. Τη βρίσκουμε σε λίμνες, λιμνία, έλη, πηγές και ποτίστρες ζώων, σε δάση και ξέφωτα. Η κιτρινομπομπίνα είναι βασικά ημερόβιο είδος που δραστηριοποιείται και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Διαχειμάζει σε προστατευμένα σημεία στο έδαφος, κάτω από πέτρες ή κορμούς δέντρων. Η αναπαραγωγική περίοδος εντοπίζεται την άνοιξη και το καλοκαίρι. Τα θηλυκά γεννούν 100-170 αυγά, τα οποία και εναποθέτουν στο νερό. Η διατροφή του είδους περιλαμβάνει κυρίως χερσαία ασπόνδυλα, ενώ οι γυρίνοι είναι φυτοφάγοι. Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης και στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

Η κιτρινομπομπίνα είναι μικρό άνουρο αμφίβιο που μπορεί να φτάσει σε μήκος σώματος τα πέντε εκ. Έχει δέρμα τραχύ, καλυμμένο με φυμάτια. Η ράχη έχει σκούρο λαδί χρώμα, με πολυάριθμα μαύρα στίγματα, ενώ η κοιλιά έχει χαρακτηριστικό κίτρινο χρώμα με σκουρόχρωμες κηλίδες και σχέδια. Η οφθαλμική κόρη έχει τριγωνικό σχήμα. Η εξάπλωση του είδους περιλαμβάνει […]

Περισσότερα

Γελαδάρης

Ο γελαδάρης είναι ένας μέσου μεγέθους ερωδιός, ιδιαιτέρως κοσμοπολίτικος. Το χρώμα του φτερώματός του είναι λευκό, τα πόδια του σχετικά κοντά και σκουρόχρωμα, το ράμφος κίτρινο και μακρύ και ο λαιμός του κοντός. Κατά την αναπαραγωγική περίοδο στο κεφάλι του σχηματίζεται ένα κιτρινοκόκκινο λοφίο, χρωματισμός ο οποίος εμφανίζεται και στα φτερά του στήθους και της ράχης. Το ράμφος των νεαρών πουλιών έχει μαύρο χρώμα. Το είδος αναπαράγεται κατά αποικίες σε δέντρα ή θάμνους και γεννά 1-9 γαλάζια αυγά, τα οποία επωάζει για περίπου 24 ημέρες. Η περίοδος αναπαραγωγής είναι ανάλογη της γεωγραφικής περιοχής. Έτσι, στην εύκρατη ζώνη, στην οποία βρίσκεται και η Ελλάδα, γεννάει μία φορά την άνοιξη. Ο γελαδάρης δεν αποτε- λούσε αναπαραγόμενο είδος της Ελλάδας πριν από 20 περίπου χρόνια οπότε και κάποια άτομα του είδους άρχισαν να στήνουν μικρές αποικίες σε συγκεκριμένες θέσεις. Το Mon Repos αποτελεί μία από τις λίγες και ίσως πρώτες θέσεις αναπαραγωγής του είδους στην Ελλάδα. Αναλόγως με την διαθεσιμότητα τροφής και τις κλιματικές συνθήκες, ο γελαδάρης μπορεί να μεταναστεύσει τοπικά ή σε μεγαλύτερη κλίμακα από τις περιοχές αναπαραγωγής τους. Είναι ημερόβιο είδος, το οποίο τρέφεται κυρίως με μεγάλη ποικιλία ασπόνδυλων, ενώ συχνά στη δίαιτά του περιλαμβάνει και μικρά σπονδυλωτά, όπως αμφίβια, ερπετά, ψάρια και πουλιά. Το ενδιαίτημα τροφοληψίας του είναι ανοιχτές περιοχές, όπως λιβάδια, υγρολίβαδα, βοσκότοποι, αγροτικές εκτάσεις, ποτάμια και ρηχά έλη. Την ονομασία του οφείλει στη συνήθειά του να αναζητά την τροφή του ανάμεσα σε κοπάδια ζώων, όπως βοοειδή και μικρά μηρυκαστικά, καθώς και μεγάλα θηλαστικά στην Αφρική, πάνω στα οποία συχνά κάθεται για να θηρεύσει τα διάφορα παράσιτα. Μία ακόμη συνήθεια του γελαδάρη είναι να ακολουθεί τα γεωργικά μηχανήματα κατά την διάρκεια οργώματος των χωραφιών για να συλλάβει σκουλήκια και άλλα εδαφόβια ασπόνδυλα.

Ο γελαδάρης είναι ένας μέσου μεγέθους ερωδιός, ιδιαιτέρως κοσμοπολίτικος. Το χρώμα του φτερώματός του είναι λευκό, τα πόδια του σχετικά κοντά και σκουρόχρωμα, το ράμφος κίτρινο και μακρύ και ο λαιμός του κοντός. Κατά την αναπαραγωγική περίοδο στο κεφάλι του σχηματίζεται ένα κιτρινοκόκκινο λοφίο, χρωματισμός ο οποίος εμφανίζεται και στα φτερά του στήθους και της […]

Περισσότερα

Ανήλιος

Ο ανήλιος είναι ένα μικρό φίδι με μήκος που σπανίως ξεπερνά τα 40 εκ. Φαινοτυπικά μοιάζει με γαιοσκώληκα, χαρακτηριστικό που του έχει προσδώσει την κοινή ονομασία σκουληκόφιδο. Η επιδερμίδα του εμφανίζεται λεία, με τις φολίδες να είναι μικροσκοπικές και επικαλυπτόμενες μεταξύ τους, ενώ το χρώμα του είναι συνήθως ροζ ή ανοιχτό καστανό. Επιπλέον, το κεφάλι του είναι πολύ μικρό και δεν διαχωρίζεται από το υπόλοιπο σώμα, ενώ διαθέτει πολύ μικρά, ατροφικά μάτια. Η απόληξη της ουράς σχηματίζει ακίδα. Η εξάπλωση του είδους περιλαμβάνει τα νότια Βαλκάνια, την Κύπρο, τη βό- ρεια Αίγυπτο και περιοχές της Μέσης Ανατολής. Στην Ελλάδα απαντάται σε ολόκληρη την ηπειρωτική χώρα και σε πολλά νησιά. Πρόκειται για φίδι προσαρμοσμένο στην υπόγεια ζωή, γι’ αυτό και προτιμά ενδιαιτήματα με μαλακό έδαφος, στο οποίο μπορεί να σκάβει τις στοές του. Συνήθως τον συναντάμε σε περιοχές με αραιή βλάστηση, σε καλλιέργειες ή ακόμα και σε οικισμούς. Η διατροφή του αποτελείται από μικρά ασπόνδυλα που ζουν μες στο έδαφος. Η αναπαραγωγή λαμβάνει χώρα το καλοκαίρι και τα θηλυκά γεννούν δύο με οκτώ αυγά, σε υγρά και προστατευμένα σημεία. Ο ανήλιος είναι κοινό είδος στην ηπειρωτική Ελλάδα. Περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης.

Ο ανήλιος είναι ένα μικρό φίδι με μήκος που σπανίως ξεπερνά τα 40 εκ. Φαινοτυπικά μοιάζει με γαιοσκώληκα, χαρακτηριστικό που του έχει προσδώσει την κοινή ονομασία σκουληκόφιδο. Η επιδερμίδα του εμφανίζεται λεία, με τις φολίδες να είναι μικροσκοπικές και επικαλυπτόμενες μεταξύ τους, ενώ το χρώμα του είναι συνήθως ροζ ή ανοιχτό καστανό. Επιπλέον, το κεφάλι […]

Περισσότερα

Κονάκι του Ιονίου

Το κονάκι ανήκει στις λεγόμενες άποδες σαύρες οι οποίες, ακριβώς λόγω της έλλειψης άκρων, μοιάζουν εξωτερικά με φίδια. Στην ομάδα αυτή, τα πόδια υποπλάστηκαν και τελικά χάθηκαν εξελικτικά με αποτέλεσμα το σώμα να φαίνεται ενιαίο. Στην πραγματικότητα όμως διακρίνεται και εδώ κορμός και ουρά και το συνολικό μήκος μπορεί να φτάσει το μισό μέτρο. Οι ραχιαίες φολίδες είναι λείες και στιλπνές και έχουν χάλκινο και καστανό χρώμα ενώ μια στενή μαύρη λωρίδα δεσπόζει στην περιοχή κοντά στο κεφάλι. Είναι μια από τις ενδημικές σαύρες της Ελλάδας και εξαπλώνεται μόνο σε τρία νησιά (Ζάκυνθο, Κεφαλλονιά και Ιθάκη) και την Πελοπόννησο. Το κονάκι προτιμά θέσεις με σχετικά υψηλή υγρασία και πολλές πέτρες ή πεσμένους κορμούς κάτω από τα οποία μπορεί να καταφύγει. Έχει υιοθετήσει κρυπτικό πρότυπο διαβίωσης με συνέπεια να μην είναι γνωστό στο ευρύ κοινό. Η διατροφή του βασίζεται σε ασπόνδυλα με προτιμώμενες ομάδες τα γαστερόποδα, τα έντομα και τις αράχνες. Γεννά μικρά και όχι αυγά όπως οι περισσότερες σαύρες στη χώρα (ζωοτοκία). Πρόκειται για ένα από τα λιγότερο μελετημένα είδη της ελληνικής ερπετοπανίδας. Αναφέρεται στο στο Παράρτημα ΙII της Σύμβασης της Βέρνης.

Το κονάκι ανήκει στις λεγόμενες άποδες σαύρες οι οποίες, ακριβώς λόγω της έλλειψης άκρων, μοιάζουν εξωτερικά με φίδια. Στην ομάδα αυτή, τα πόδια υποπλάστηκαν και τελικά χάθηκαν εξελικτικά με αποτέλεσμα το σώμα να φαίνεται ενιαίο. Στην πραγματικότητα όμως διακρίνεται και εδώ κορμός και ουρά και το συνολικό μήκος μπορεί να φτάσει το μισό μέτρο. Οι […]

Περισσότερα

Τρανορινόλοφος

Ο τρανορινόλοφος είναι μεγάλη εντομοφάγα νυχτερίδα με άνοιγμα φτερών που μπορεί να φτάσει τα 40 εκ. και βάρος γύρω στα 20 γρ. Τα θηλυκά άτομα είναι συνήθως ελαφρώς μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Η ράχη είναι γκριζο-καφέ χρώματος, ενώ η κοιλιά είναι πιο ανοιχτόχρωμη, συνήθως σε αποχρώσεις του γκρι ή του κίτρινου. Διαθέτει χαρακτηριστική σέλλα, με την άνω προεξοχή να είναι στρογγυλή στην άκρη και την κάτω να είναι κοντή, ενώ το κάτω χείλος φέρει τρεις χαραγές. Η εξάπλωση του είδους περιλαμβάνει τη βορειοδυτική Αφρική, την κεντρική και νότια Ευρώπης και ικανό τμήμα της Ασίας. Στην Ελλάδα είναι ιδιαιτέρως κοινό είδος και απαντάται σε ολόκληρη την ηπειρωτική χώρα και σε πολλά νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου, συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης. Το συναντάμε σε μεγάλη ποικιλία ενδιαιτημάτων από θαμνότοπους και καλλιέργειες, έως δάση και υγροτόπους, καθώς και κατοικημένες περιοχές. Δραστηριοποιείται την άνοιξη και το καλοκαίρι, ενώ κατά τους ψυχρούς μήνες αναζητά καταφύγιο σε σπήλαια ή εγκαταλελειμμένα ορυχεία για να πέσει σε λήθαργο. Η διατροφή του περιλαμβάνει κυρίως κολεόπτερα, νυχτοπεταλούδες και άλλα ιπτάμενα έντομα. Κατά την αναπαραγωγική περίοδο, ο τρανορινόλοφος σχηματίζει μεγάλες αναπαραγωγικές αποικίες που συχνά περιλαμβάνουν πολλές δεκάδες άτομα. Τα θηλυκά γεννούν το καλοκαίρι ένα μόνο μικρό. Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα II της Σύμβασης της Βέρνης και στα Παραρτήματα ΙΙ και IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Τόσο το όνομα του γένους, το οποίο έχει ελληνική ρίζα (ρίνα και λόφος), όσο και το δεύτερο συνθετικό του ονόματος του είδους, το οποίο έχει λατινική ρίζα (ferrum = σίδερο και equinum = του αλόγου, δηλαδή πέταλο), παραπέμπουν στη μορφολογία του ρύγχους.

Ο τρανορινόλοφος είναι μεγάλη εντομοφάγα νυχτερίδα με άνοιγμα φτερών που μπορεί να φτάσει τα 40 εκ. και βάρος γύρω στα 20 γρ. Τα θηλυκά άτομα είναι συνήθως ελαφρώς μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Η ράχη είναι γκριζο-καφέ χρώματος, ενώ η κοιλιά είναι πιο ανοιχτόχρωμη, συνήθως σε αποχρώσεις του γκρι ή του κίτρινου. Διαθέτει χαρακτηριστική σέλλα, με […]

Περισσότερα

Όχιά

Η οχιά είναι σχετικά μικρό φίδι με μέγιστο μήκος σώματος που μπορεί να φτάσει τα 90 εκ., σπανίως όμως ξεπερνά τα 70 εκ. Τα αρσενικά άτομα είναι συνήθως πιο μεγαλόσωμα από τα θηλυκά. Έχει χαρακτηριστικό μεγάλο, τριγωνικό κεφάλι, το οποίο φέρει στην άκρη του μικρό έπαρμα που θυμίζει κέρατο. Ο χρωματισμός της ράχης είναι και αυτός χαρακτηριστικός, καθώς φέρει σε όλο το μήκος της σκουρόχρωμο σχέδιο ζιγκ-ζαγκ, σε γκρίζο ή μπεζ φόντο. Η εξάπλω- ση της οχιάς ξεκινάει από την βορειοανατολική Ιταλία, καλύπτει τη νότια Βαλκανική χερσόνησο και φτάνει ως την δυτική Τουρκία, ενώ περιλαμβάνει και ασυνεχείς περιοχές της βορείου και ανατολικής Τουρκίας και της περιοχής του Καυκάσου. Στην Ελλάδα, το είδος είναι πολύ κοινό και απαντάται στο σύνολο της ηπειρωτικής χώρας, στην Εύβοια και σε πολλά νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου. Τη βρίσκουμε σε μεγάλο εύρος ενδιαιτημάτων, από αμμοθίνες μέχρι ξηρούς και πετρώδεις θαμνότοπους με φρυγανική ή μακκία βλάστηση, αλλά και σε παρυφές δασών ή κοντά σε ποτάμια, καθώς και κοντά σε ανθρώπινες κατασκευές και οικισμούς. Είναι ημερόβιο είδος, αλλά αποφεύγει τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Διαχειμάζει στο βορειότερο τμήμα της κατανομής της, ενώ δραστηριοποιείται όλο τον χρόνο στο πιο νότιο. Η διατροφή της περιλαμβάνει μικρά θηλαστικά, σαύρες, αμφίβια και πουλιά. Η αναπαραγωγική περίοδος είναι την άνοιξη και τα θηλυκά γεννούν στα τέλη του καλοκαιριού 4-20 ζωντανά μικρά. Η οχιά περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης και στο Παράρτημα IV της 92/43/ΕΟΚ. Είναι δηλητηριώδες είδος και το δήγμα της χρήζει άμεσης ιατρικής περίθαλψης.

Η οχιά είναι σχετικά μικρό φίδι με μέγιστο μήκος σώματος που μπορεί να φτάσει τα 90 εκ., σπανίως όμως ξεπερνά τα 70 εκ. Τα αρσενικά άτομα είναι συνήθως πιο μεγαλόσωμα από τα θηλυκά. Έχει χαρακτηριστικό μεγάλο, τριγωνικό κεφάλι, το οποίο φέρει στην άκρη του μικρό έπαρμα που θυμίζει κέρατο. Ο χρωματισμός της ράχης είναι και […]

Περισσότερα

Τυφλίτης

Ο τυφλίτης είναι μεγάλη άποδη σαύρα με συνολικό μήκος που μπορεί να φτάσει το 1,40 μ., αν και συνήθως δεν ξεπερνά το 1,20μ. Πρόκειται για το μεγαλύτερο είδος σαύρας της Ευρώπης. Η εμφάνισή του θυμίζει αυτή ενός φιδιού, καθώς έχει μακρύ και εύρωστο σώμα και μεγάλο κεφάλι που συνδέεται με το υπόλοιπο σώμα χωρίς λαιμό, ωστόσο ο ακουστικός πόρος είναι εμφανής. Διαθέτει χαρακτηριστικές δερματικές αναδιπλώσεις στα πλευρά, ενώ οι φολίδες του σχηματίζουν δακτυλίους κατά μήκος του σώ- ματος. Τα ενήλικα άτομα έχουν ενιαίο καφετί χρωματισμό, με το κεφάλι να είναι πιο ανοιχτόχρωμο. Αντιθέτως, τα νεαρά άτομα έχουν σκουρόχρωμες κάθετες ραβδώσεις, σε γκρι ή μπεζ φόντο. Το είδος έχει ευρεία κατανομή που περιλαμβάνει τη Βαλκανική χερσόνησο, την Ανατολία και τη Μέση Ανατολή, καθώς και σημαντικό μέρος της δυτικής και κεντρικής Ασίας. Στην Ελλάδα απαντάται στο σύνολο της ηπειρωτικής χώρας και σε αρκετά νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου. Συναντάται συνήθως σε ξηρά και βραχώδη ενδιαιτήματα, με φρυγανική ή μακκία βλάστηση, αλλά και σε ελαιώνες και καλλιέργειες. Είναι ημερόβιο είδος, αποφεύγει όμως τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Η διατροφή του περιλαμβάνει κυρίως σαλιγκάρια, έντομα και άλλα ασπόνδυλα, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει και μικρά θηλαστικά ή άλλες σαύρες. Τα θηλυκά γεννούν 6-10 αυγά στις αρχές του καλοκαιριού. Ο τυφλίτης περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης και στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

Ο τυφλίτης είναι μεγάλη άποδη σαύρα με συνολικό μήκος που μπορεί να φτάσει το 1,40 μ., αν και συνήθως δεν ξεπερνά το 1,20μ. Πρόκειται για το μεγαλύτερο είδος σαύρας της Ευρώπης. Η εμφάνισή του θυμίζει αυτή ενός φιδιού, καθώς έχει μακρύ και εύρωστο σώμα και μεγάλο κεφάλι που συνδέεται με το υπόλοιπο σώμα χωρίς λαιμό, […]

Περισσότερα

Έρυξ

Ο έρυξ είναι μικρός βόας με μήκος σώματος που φτάνει τα 80 εκ., αλλά συνήθως δεν ξεπερνά τα 60 εκ. Έχει χαρακτηριστική κοντή ουρά που τελειώνει απότομα και δεν ξεχωρίζει από το υπόλοιπο σώμα. Το κεφάλι είναι μικρό, με μικρά μάτια και φέρει μεγάλη και πλατιά ρυγχιαία φολίδα. Η ράχη έχει συνήθως καφέ ή γκρίζο χρώμα και διατρέχεται από πιο ανοιχτόχρωμα, συνήθως κιτρινωπά ή κεραμιδί, σχέδια. Οι πλευρές του σώματος φέρουν μικρές μαύρες κηλίδες, ενώ το κάτω μέρος του σώματος είναι ανοιχτόχρωμο, κιτρινωπό ή υπόλευκο. Συχνά υπάρχει μια μαύρη γραμμή που ενώνει το μάτι με την πίσω γωνία του στόματος. Οι φολίδες είναι λείες. Η κατανομή του είδους είναι αρκετά ευρεία και περιλαμβάνει τη βόρεια Αφρική, περιοχές της νότιας Βαλκανικής χερσονήσου, της Ανατολίας και της μέσης Ανατολής. Στην Ελλάδα απαντάται στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής χώρας και σε πολλά νησιά. Προτιμά ξηρά και άνυδρα ενδιαιτήματα, όπως παραθαλάσσιες περιοχές και αμμοθίνες, θαμνότοπους με φρύγανα, λιβάδια και καλλιέργειες. Είναι κρυπτικό είδος και περνά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του θαμμένος στην άμμο ή μέσα σε λαγούμια τρωκτικών. Δραστηριοποιείται κυρίως νωρίς το πρωί και αργά το απόγευμα, ενώ κατά τους ψυχρούς μήνες πέφτει σε λήθαργο. Τρέφεται κυρίως με μικρά τρωκτικά, σαύρες και έντομα, τα οποία θανατώνει με σύσφιξη. Είναι είδος ωοζωοτόκο, με τα θηλυκά να γεννούν 3 έως 12 ζωντανά μικρά στις αρχές Αυγούστου. Ο έρυξ περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης, ενώ προστατεύεται και από την Συνθήκη CITES για το εμπόριο άγριων ειδών.

Ο έρυξ είναι μικρός βόας με μήκος σώματος που φτάνει τα 80 εκ., αλλά συνήθως δεν ξεπερνά τα 60 εκ. Έχει χαρακτηριστική κοντή ουρά που τελειώνει απότομα και δεν ξεχωρίζει από το υπόλοιπο σώμα. Το κεφάλι είναι μικρό, με μικρά μάτια και φέρει μεγάλη και πλατιά ρυγχιαία φολίδα. Η ράχη έχει συνήθως καφέ ή γκρίζο […]

Περισσότερα

Μεσαίος δρυοκολάπτης

Ο μεσαίος δρυοκολάπτης είναι ένα μέσου μεγέθους δρυοκολάπτη και όπως τα περισσότερα είδη της οικογενείας του, είναι επιδημητικός. Ο χρωματισμός του πάνω μέρους του σώματός του είναι μαύρος με λευκά μπαλώματα και σχέδια στις φτερούγες, ενώ το κάτω μέρος είναι υπόλευκο με σκούρα στίγματα και κόκκινο το κάτω μέρος της ουράς, των πλευρών και της κοιλιάς, καθώς και της κορώνας του κεφαλιού, τα πλαϊνά του λαιμού και ο αυχένας φέρουν μαύρες λωρίδες. Έχει σχετικά κοντό σκουρόχρωμο ράμφος και ισχυρά νύχια στα δάχτυλα των ποδιών. Κατανέμεται στις περισσότερες ευρωπαϊ- κές χώρες, στην Τουρκία, στην περιοχή του Καυκάσου και σε περιορισμένες περιοχές της Μέσης Ανατολής. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής χώρας, τη βόρεια και κεντρική Πελοπόννησο, τη βόρεια Εύβοια και την Λέσβο, από πεδινές περιοχές έως το υψόμετρο των 2.000 μ. Στα ενδιαιτήματά του περιλαμβάνονται φυλλοβόλα δάση, κυρίως δρυός και καστανιάς, παραποτάμια και υδροχαρή δάση και δασολίβαδα, αλλά και δάση κωνοφόρων, κυρίως μαύρης πεύκης και κεφαλληνιακής ελάτης, καθώς και ελαιώνες. Φτιάχνει τη φωλιά του σκάβοντας με το ισχυρό του ράμφος κορμούς δέντρων και γεννάει 4-7 αυγά τα οποία επωάζει για περίπου δύο εβδομάδες. Ο μεσαίος δρυοκολάπτης τρέφεται με έντομα και τις προνύμφες τους που θηρεύει πάνω στα κλαδιά των δέντρων και σε σάπιους κορμούς, καθώς και με χυμούς δέντρων.

Ο μεσαίος δρυοκολάπτης είναι ένα μέσου μεγέθους δρυοκολάπτη και όπως τα περισσότερα είδη της οικογενείας του, είναι επιδημητικός. Ο χρωματισμός του πάνω μέρους του σώματός του είναι μαύρος με λευκά μπαλώματα και σχέδια στις φτερούγες, ενώ το κάτω μέρος είναι υπόλευκο με σκούρα στίγματα και κόκκινο το κάτω μέρος της ουράς, των πλευρών και της […]

Περισσότερα

Σαπίτης

Ο σαπίτης είναι μεγαλόσωμο φίδι που μπορεί να φτάσει τα 2 μ. σε μήκος. Έχει χαρακτηριστικό κεφάλι, με κοντό ρύγχος και προτεταμένες τις οφθαλμικές φολίδες. Ο χρωματισμός της ράχης στα ενήλικα άτομα είναι γκριζωπός, με τις φολίδες να επικαλύπτονται μεταξύ τους. Η κοιλιά είναι κιτρινωπή με πιο ανοιχτόχρωμα σχέδια. Τα ανήλικα είναι συνήθως μπεζ ή ανοιχτό γκρι, φέρουν σκουρόχρωμες κηλίδες κατά μήκος του σώματος και χαρακτηριστικά πορτοκαλί και καστανά σχέδια στο κεφάλι, ενώ οι φολίδες τους είναι ελαφρώς τροπιδωτές. Το είδος εξαπλώνεται σε περιοχές της βορείου Αφρικής, της βαλκανικής Χερσονήσου, της Μέσης Ανατολής και της περιοχής του Καυκάσου. Στην Ελλάδα το είδος είναι κοινό, με κατανομή που καλύπτει το σύνολο της ηπειρωτικής χώρας, τα περισσότερα νησιά του Ιονίου και αρκετά νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Το συναντάμε κυρίως σε ξηρές και πετρώδεις περιοχές με φρύγανα ή μακκία βλάστηση, καθώς και σε ανοιχτές περιοχές σε παρυφές δασών. Η διατροφή του περιλαμβάνει μικρά θηλαστικά, σαύρες, αμφίβια, πουλιά και άλλα φίδια. Είναι είδος οπισθόγλυφο (μπορεί να εκχωρήσει δηλητήριο από τα οπίσθια δόντια), ακίνδυνο όμως για τον άνθρωπο. Η αναπαραγωγή λαμβάνει χώρα την άνοιξη και τα θηλυκά γεννούν 4-20 αυγά μέσα στο καλοκαίρι. Ο σαπίτης περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης.

Ο σαπίτης είναι μεγαλόσωμο φίδι που μπορεί να φτάσει τα 2 μ. σε μήκος. Έχει χαρακτηριστικό κεφάλι, με κοντό ρύγχος και προτεταμένες τις οφθαλμικές φολίδες. Ο χρωματισμός της ράχης στα ενήλικα άτομα είναι γκριζωπός, με τις φολίδες να επικαλύπτονται μεταξύ τους. Η κοιλιά είναι κιτρινωπή με πιο ανοιχτόχρωμα σχέδια. Τα ανήλικα είναι συνήθως μπεζ ή […]

Περισσότερα

Τσαπερδόνα

Η τσαπερδόνα είναι εύρωστη σαύρα που φτάνει σε μήκος τα 8,5 εκατοστά και διαθέτει μακριά ουρά με διπλάσιο συνήθως μήκος. Τα αρσενικά είναι πιο μεγαλόσωμα από τα θηλυκά και έχουν μεγαλύτερο κεφάλι, ενώ ο χρωματισμός διαφέρει κι αυτός ανάμεσα στα δύο φύλα. Τα ενήλικα αρσενικά έχουν καφετιά ή λαδί ράχη και συνήθως έντονα πορτοκαλί κοιλιά και λαιμό, ενώ συχνά διαθέτουν και ορισμένες μπλε κηλίδες στα πλευρά τους. Αντιθέτως, τα θηλυκά έχουν καφέ ράχη με ανοιχτόχρωμες ραβδώσεις και λευκή κοιλιά. Η τσαπερδόνα είναι ενδημικό είδος της Πε- λοποννήσου που εξαπλώνεται στη δυτική και κεντρική Πελοπόννησο. Αποτελεί το πιο κοινό είδος σαύρας στην Πελοπόννησο, καθώς απαντάται σε ποικιλία ενδιαιτημάτων. Τη βρίσκουμε σε θαμνώδεις και ξηρές περιοχές, σε βραχώδη και πετρώδη σημεία, σε ξερολιθιές, σε ανθρώπινους οικισμούς και αγροτικές περιοχές. Είναι σαύρα που δραστηριοποιείται κατά τη διάρκεια της ημέρας και καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ενώ τρέφεται με ποικιλία εδαφόβιων ασπόνδυλων. Αναπαράγεται από τις αρχές τις άνοιξης έως τα τέλη του καλοκαιριού. Τα ενήλικα αρσενικά είναι χωροκρατικά και υπερασπίζονται την περιοχή τους και τα θηλυκά που κατοικούν σε αυτή από τα άλλα αρσενικά. Τα θηλυκά γεννούν 1-6 αυγά, συνήθως δύο φορές τον χρόνο. Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης, καθώς και στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

Η τσαπερδόνα είναι εύρωστη σαύρα που φτάνει σε μήκος τα 8,5 εκατοστά και διαθέτει μακριά ουρά με διπλάσιο συνήθως μήκος. Τα αρσενικά είναι πιο μεγαλόσωμα από τα θηλυκά και έχουν μεγαλύτερο κεφάλι, ενώ ο χρωματισμός διαφέρει κι αυτός ανάμεσα στα δύο φύλα. Τα ενήλικα αρσενικά έχουν καφετιά ή λαδί ράχη και συνήθως έντονα πορτοκαλί κοιλιά […]

Περισσότερα

Νησιώτικη πέρδικα

Η νησιωτική πέρδικα είναι μεσαίου μεγέθους ορνιθόμορφο, με κοντές και στρογγυλές φτερούγες. Έχει γκριζωπό χρώμα στο μεγαλύτερο μέρος του σώματος και χαρακτηριστικές ασπρόμαυρες ραβδώσεις στα πλευρά. Το κεφάλι είναι μικρό, με κόκκινο ράμφος, και φέρει μαύρη ρίγα πάνω στα μάτια, η οποία κατεβαίνει στα πλαϊνά του κεφαλιού και πλαισιώνει τον λευκό λαιμό. Η εξάπλωσή της εκτείνεται από την ανατολική Ασία και φτάνει ως την Ελλάδα, η οποία αποτελεί το δυτικότερο σημείο εξάπλωσής του είδους. Βρίσκεται στη Θράκη, την Κρήτη και τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου, καθώς και στη Αττική. Κατοικεί και αναπαράγεται σε βραχώδεις πλαγιές χωρίς μεγάλη φυτοκάλυψη, αλλά και σε ανθρωπογενή ενδιαιτήματα, όπως αγροτικές εκτάσεις με παραδοσιακές καλλιέργειες, αναβαθμίδες, αμπέλια ή ελαιώνες. Είναι εδαφόβιο πουλί και δε χρησιμοποιεί τα φτερά του παρά μόνο εάν νιώσει κίνδυνο. Η διατροφή της περιλαμβάνει τόσο φυτική ύλη, όπως σπόρους, φύλλα και ρίζες, όσο και ασπόνδυλα. Είναι επιδημητικό είδος και ζει σε ομάδες, όμως κατά την αναπαραγωγική περίοδο, η οποία λαμβάνει χώρα την άνοιξη, σχηματίζονται ζευγάρια. Είναι μονογαμικό είδος και φωλιάζει σε μικρές κοιλότητες που κατασκευάζει το αρσενικό σκάβοντας ανάμεσα σε πέτρες ή μέσα σε θάμνους. Το θηλυκό γεννά 7-21 αυγά, τα οποία επωάζονται για περίπου 3 εβδομάδες. Η νησιωτική πέρδικα αναφέρεται στο Παράρτημα ΙI της Οδηγίας για τα Πουλιά 2009/147.

Η νησιωτική πέρδικα είναι μεσαίου μεγέθους ορνιθόμορφο, με κοντές και στρογγυλές φτερούγες. Έχει γκριζωπό χρώμα στο μεγαλύτερο μέρος του σώματος και χαρακτηριστικές ασπρόμαυρες ραβδώσεις στα πλευρά. Το κεφάλι είναι μικρό, με κόκκινο ράμφος, και φέρει μαύρη ρίγα πάνω στα μάτια, η οποία κατεβαίνει στα πλαϊνά του κεφαλιού και πλαισιώνει τον λευκό λαιμό. Η εξάπλωσή της […]

Περισσότερα

Λιακόνι

Το λιακόνι είναι σαύρα με μακρύ, κυλινδρικό σώμα, που φτάνει τα 20 εκ. συνολικού μήκους. Έχει μικρό κεφάλι και μικρά, αδύναμα πόδια. Οι φολίδες του είναι λείες και γυαλιστερές. Η ράχη έχει χρώμα ανοιχτό καστανό προς κιτρινωπό και φέρει διάσπαρτες κηλίδες ωοειδούς σχήματος και λευκού χρώματος με μαύρες άκρες, ενώ η κοιλιά είναι πιο ανοιχτόχρωμη. Η εξάπλωση του είδους είναι ευρεία, καθώς περιλαμβάνει μεγάλο μέρος της βορείου και βορειοανατολικής Αφρικής και της νοτιοδυτικής Ασίας. Στην Ευρώπη απαντάται κυρίως σε νησιά της Μεσογείου, όπως η Σαρδηνία, η Σικελία, η Μάλτα και η Κύπρος. Στην Ελλάδα παρουσιάζει μια ασυνεχή κατανομή στην ηπειρωτική χώρα, όπου το συναντάμε στην Αττική, την ανατολική Πελοπόννησο και τον Αμβρακικό κόλπο, ενώ βρίσκεται και σε αρκετά νησιά, όπως η Εύβοια, η Κρήτη, η Χίος, η Κάρπαθος και η Ρόδος. Το λιακόνι είναι ιδιαίτερα προσαρμοστικό και καταλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ενδιαιτημάτων. Απαντάται σε αμμώδεις περιοχές, άνυδρους θαμνότοπους με φρυγανική βλάστηση ή περιοχές με μακκία βλάστηση, σε καλλιέργειες και άλλα ανθρωπογενή ενδιαιτήματα, ακόμη και μέσα σε οικισμούς και πόλεις. Είναι κρυπτικό είδος, το οποίο συνήθως κρύβεται κάτω από πέτρες ή κορμούς δέντρων και θάβεται μέσα στην άμμο ή το μαλακό χώμα. Ακολουθεί ημερόβιο πρότυπο δραστηριότητας αν και κατά του θερμούς μήνες του καλοκαιριού δραστηριοποιείται περισσότερο νωρίς το πρωί και αργά το απόγευμα. Η διατροφή του περιλαμβάνει κυρίως εδαφόβια ασπόνδυλα. Είναι ωοζωοτόκο είδος και τα θηλυκά γεννούν 2-10 ζωντανά μικρά. Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα IV της Οδηγίας των Οικοτόπων 92/43/ ΕΟΚ και στο Παράρτημα II της Σύμβασης της Βέρνης.

Το λιακόνι είναι σαύρα με μακρύ, κυλινδρικό σώμα, που φτάνει τα 20 εκ. συνολικού μήκους. Έχει μικρό κεφάλι και μικρά, αδύναμα πόδια. Οι φολίδες του είναι λείες και γυαλιστερές. Η ράχη έχει χρώμα ανοιχτό καστανό προς κιτρινωπό και φέρει διάσπαρτες κηλίδες ωοειδούς σχήματος και λευκού χρώματος με μαύρες άκρες, ενώ η κοιλιά είναι πιο ανοιχτόχρωμη. […]

Περισσότερα

Σπιτόφιδο

Το σπιτόφιδο είναι ένα μετρίου μεγέθους φίδι που μπορεί να φτάσει έως τα 1,2 μ. Ο βασικός του χρωματισμός είναι μπεζ πάνω στον οποίο, στη ράχη, αναπτύσσονται είτε δύο παράλληλες κεραμιδί-μπορντώ γραμμές είτε σειρά από κηλίδες και στίγματα κεραμιδί-κόκκινες. Εξαπλώνεται στη νότια Ιταλία, τα Βαλκάνια, την ευρωπαϊκή Τουρκία και την Κριμαία. Στην Ελλάδα απαντά σε όλο τον ηπειρωτικό κορμό και στα περισσότερα νησιά. Ζει σε μακκία ή φρυγανική βλάστηση σε θέσεις με πέτρες ή εγκαταλελειμμένα κτίρια. Κυνηγά μικρόσωμα τρωκτικά αλλά τα νεαρά του άτομα τρέφονται με έντομα και μικρές σαύρες. Η αναπαραγωγική περίοδος διαρκεί από τα μέσα της άνοιξης έως τον Ιούνιο και τα θηλυκά γεννούν 2-7 αυγά. Περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης και αναφέρεται στα παραρτήματα ΙΙ και IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Η πολύ συχνή του παρουσία σε ανθρώπινους οικισμούς του έχει χαρίσει το δημώδες του όνομα. Σε πολλές περιοχές θεωρείται καλή τύχη να βρεθεί μέσα στο σπίτι το συγκεκριμένο φίδι ενώ στην Άνω Σύρα το εισήγαγαν στις αποθήκες ώστε να τρώει τα τρωκτικά που λυμαίνονταν τις προμήθειες του νοικοκυριού.

Το σπιτόφιδο είναι ένα μετρίου μεγέθους φίδι που μπορεί να φτάσει έως τα 1,2 μ. Ο βασικός του χρωματισμός είναι μπεζ πάνω στον οποίο, στη ράχη, αναπτύσσονται είτε δύο παράλληλες κεραμιδί-μπορντώ γραμμές είτε σειρά από κηλίδες και στίγματα κεραμιδί-κόκκινες. Εξαπλώνεται στη νότια Ιταλία, τα Βαλκάνια, την ευρωπαϊκή Τουρκία και την Κριμαία. Στην Ελλάδα απαντά σε […]

Περισσότερα

Αράχνη πασχαλίτσα

Η αράχνη πασχαλίτσα είναι ένα είδος αράχνης που βρίσκεται στην ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένων της νότιας Βουλγαρίας, της Τουρκίας, της νότιας Ιταλίας αλλά και κάποιων νήσων του Αιγαίου. Τα ενήλικα αρσενικά είναι αρκετά μικρότερα από τα θηλυκά, φτάνουν σε μήκος περίπου 6-11 χιλ., ενώ τα θηλυκά φτάνουν μέχρι 40 χιλ. Προτιμά ζεστά, ξηρά εδάφη σε αγρούς, ελαιώνες και πετρώδη εδάφη ενώ κάνει τη φωλιά της κάτω από πέτρες αλλά και κομμάτια ξύλων χρησιμοποιώντας έναν πολύ ισχυρό ιστό. Η αράχνη αυτή είναι ενεργή κατά τη διάρκεια του θέρους, συλλαμβάνοντας μικρά έντομα στον ιστό της. Τα εντυπωσιακά αρσενικά με τον έντονο κοκκινόμαυρο χρωματισμό εμφανίζονται κατά την άνοιξη, ενώ τα κατάμαυρα θηλυκά εμφανίζονται τον Μάρτιο και συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους μέχρι τον Σεπτέμβριο.

Η αράχνη πασχαλίτσα είναι ένα είδος αράχνης που βρίσκεται στην ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένων της νότιας Βουλγαρίας, της Τουρκίας, της νότιας Ιταλίας αλλά και κάποιων νήσων του Αιγαίου. Τα ενήλικα αρσενικά είναι αρκετά μικρότερα από τα θηλυκά, φτάνουν σε μήκος περίπου 6-11 χιλ., ενώ τα θηλυκά φτάνουν μέχρι 40 χιλ. Προτιμά ζεστά, ξηρά εδάφη σε αγρούς, […]

Περισσότερα

Μαυροπετρίτης

Ο μαυροπετρίτης είναι μεταναστευτικό είδος γερακιού μέσου μεγέθους. Παρουσιάζει δύο χρωματικές παραλλαγές, μία ολόμαυρη, στην οποία οφείλει και το όνομά του, και μία με σκούρο το πάνω μέρος του σώματος, λευκό λαιμό και καστανοκόκκινο με σκούρα στίγματα το κάτω μέρος. Αναπαράγεται στη Μεσόγειο και στις Κανάριες Νήσους, ενώ διαχειμάζει στη Μαδαγασκάρη και την Ανατολική Αφρική. Στην Ελλάδα, αναπαράγεται το 85% του παγκόσμιου πληθυσμού του είδους, καθιστώντας την σημαντικότερη χώρα για τη διατήρηση και την επιβίωσή του. Φωλιάζει αποκλειστικά σε βραχονησίδες και παράκτιους γκρεμούς νησιών, από το Βόρειο Αιγαίο έως και την Κρήτη, ενώ πριν από την αναπαραγωγική περίοδο εξαπλώνεται σε όλη την ηπειρωτική χώρα, από πεδινές εκτάσεις έως μεγάλα υψόμετρα. Πρόκειται για πουλί που ζει σε ομάδες καθ’ όλη την διάρκεια του έτους και κατά την αναπαραγωγική περίοδο σχηματίζει αποικίες από μερικές δεκάδες έως και εκατοντάδες ζευγάρια, ωστόσο είναι συνήθως μονογαμικό. Στην προεκκολαπτική και χειμερινή περίοδο, ο μαυροπετρίτης τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με ιπτάμενα έντομα, ενώ αντιθέτως το φθινόπωρο θηρεύει αποκλειστικά πουλιά για την ανατροφή των νεοσσών του. Συνήθως το κυνήγι λαμβάνει χώρα στο σούρουπο, αλλά μπορεί να παρατηρηθεί να θηρεύει και άλλες ώρες της ημέρας. Γεννά 2-3 αυγά και η επώαση διαρκεί περίπου ένα μήνα. Ο μαυροπετρίτης περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας για τα Πουλιά 2009/147.

Ο μαυροπετρίτης είναι μεταναστευτικό είδος γερακιού μέσου μεγέθους. Παρουσιάζει δύο χρωματικές παραλλαγές, μία ολόμαυρη, στην οποία οφείλει και το όνομά του, και μία με σκούρο το πάνω μέρος του σώματος, λευκό λαιμό και καστανοκόκκινο με σκούρα στίγματα το κάτω μέρος. Αναπαράγεται στη Μεσόγειο και στις Κανάριες Νήσους, ενώ διαχειμάζει στη Μαδαγασκάρη και την Ανατολική Αφρική. […]

Περισσότερα

Σπιζαετός

Ο σπιζαετός είναι ένα μεγαλόσωμο είδος αετού, με μήκος που φτάνει τα 65 εκ. και άνοιγμα φτερούγων που μπορεί να φτάσει το 1,65 μ. Έχει φαρδιές φτερούγες και τετραγωνισμένη ουρά. Το πάνω μέρος του σώματος είναι σκούρο καφέ, ενώ το κάτω μέρος είναι ανοιχτόχρωμο, με διάσπαρτες σκούρες κηλίδες. Τα ανήλικα άτομα έχουν κοκκινωπή κοιλιά με λεπτές σκουρόχρωμες γραμμές. Είναι επιδημητικό είδος με εξάπλωση που περιλαμβάνει τη βορειοδυτική Αφρική, περιοχές της Ιβηρικής χερσονήσου και της νοτίου Ευρώπης, αλλά και τμήματα της Αραβικής χερσονήσου, της Ινδίας, ως και τη νοτιοανατολική Κίνα. Στην Ελλάδα απαντάται όλο τον χρόνο και φωλιάζει κυρίως στα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, αλλά και στην Εύβοια, την Πελοπόννησο, την Αττική και τη Δυτική Ελλάδα. Συνήθως φωλιάζει σε βράχια και απόκρημνους γκρεμούς. Τα ενδιαιτήματα που προτιμά περιλαμβάνουν ξηρές και βραχώδεις περιοχές, ορθοπλαγιές ή φαράγγια, συνήθως κοντά σε ανοιχτές εκτάσεις με φρυγανική ή μακκία βλάστηση, από το επίπεδο της θάλασσας έως και υψόμετρα γύρα στα 1500 μέτρα. Η διατροφή του περιλαμβάνει κυρίως πουλιά, θηλαστικά και ερπετά, αλλά ενίοτε μπορεί να τραφεί και με νεκρά ζώα. Αναπαράγεται από τις αρχές του έτους ως τα μέσα του καλοκαιριού, με τα θηλυκά να γεννούν συνήθως δύο αυγά και την επώαση να διαρκεί περίπου 40 ημέρες. Ο σπιζαετός χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον είδος στον ελληνικό Κόκκινο Κατάλογο, ενώ περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας για τα Πουλιά 2009/147.

Ο σπιζαετός είναι ένα μεγαλόσωμο είδος αετού, με μήκος που φτάνει τα 65 εκ. και άνοιγμα φτερούγων που μπορεί να φτάσει το 1,65 μ. Έχει φαρδιές φτερούγες και τετραγωνισμένη ουρά. Το πάνω μέρος του σώματος είναι σκούρο καφέ, ενώ το κάτω μέρος είναι ανοιχτόχρωμο, με διάσπαρτες σκούρες κηλίδες. Τα ανήλικα άτομα έχουν κοκκινωπή κοιλιά με […]

Περισσότερα

Δάφνη του Απόλλωνα

Η δάφνη εξαπλώνεται σε όλη τη νότια Ευρώπη και στην Ελλάδα είναι αυτοφυής, πολύ συχνό στοιχείο στο μεσογειακό τοπίο. Το φύλλωμά της είναι πλούσιο, με έντονο πράσινο χρώμα και παραμένει καθόλη τη διάρκεια του χρόνου. Τα φύλλα είναι μακρόστενα και οξύληκτα ενώ είναι έντονα αρωματικά, στοιχείο που έχει κάνει πολύ γνωστό το φυτό καθώς χρησιμοποιείται στη μαγειρική. Τα λουλούδια της, σε κιτρινοπράσινο χρώμα, ανθίζουν την άνοιξη και στη συνέχεια δημιουργείται καρπός με μεγάλο περικάρπιο σκούρου χρώματος και ωοειδούς σχήματος. Από την κατεργασία του παράγεται το δαφνέλαιο. Η δάφνη φύεται συνήθως σε περιοχές με ασβεστολιθικό υπόβαθρο. Ανήκει στα λεγόμενα ιερά ή δοξαστικά φυτά. Πιστεύεται ότι η Πυθία μασούσε φύλλα δάφνης για να χρησμοδοτήσει και το φυτό ήταν το αγαπημένο του Απόλλωνα. Στους ρωμαϊκούς θριάμβους ο τιμώμενος στρατηγός έφερε στεφάνι δάφνης. Το φυτό φύεται και στις μέρες μας στους Δελφούς.

Η δάφνη εξαπλώνεται σε όλη τη νότια Ευρώπη και στην Ελλάδα είναι αυτοφυής, πολύ συχνό στοιχείο στο μεσογειακό τοπίο. Το φύλλωμά της είναι πλούσιο, με έντονο πράσινο χρώμα και παραμένει καθόλη τη διάρκεια του χρόνου. Τα φύλλα είναι μακρόστενα και οξύληκτα ενώ είναι έντονα αρωματικά, στοιχείο που έχει κάνει πολύ γνωστό το φυτό καθώς χρησιμοποιείται […]

Περισσότερα

Λιοστριτσίδα

Η λιοστριτσίδα είναι ένα μικρό στρουθιόμορφο πτηνό. Έχει γκριζωπό πάνω μέρος του σώματος, ανοιχτόχρωμο κάτω μέρος, ενώ τα φτερά τις ουράς και των φτερούγων είναι σκουρόχρωμα με χαρακτηριστικό λευκό πάνελ στα τριτεύοντα. Το ράμφος είναι μακρύ, με κιτρινοπορτοκαλί χρώμα. Έχει περιορισμένη παγκόσμια κατανομή με χώρο αναπαραγωγής χαμηλές σε υψόμετρο περιοχές της ανατολικής Μεσογείου και χώρο διαχείμασης την ανατολική και νότια Αφρική. Στην Ελλάδα το είδος απαντάται σε ελάχιστες γεωγραφικές θέσεις, με μία εξ αυτών να είναι η περιοχή των Δελφών. Το μεταναστευτικό αυτό είδος φωλιάζει αποκλειστικά σε περιοχές με μεγάλα και γηραιά δέντρα, κυρίως βελανιδιές, ελιές και αμυγδαλιές, με την προϋπόθεση όμως να υπάρχει στη γύρω περιοχή θαμνώδης κάλυψη και ανοιχτές εκτάσεις ή λιβάδια, όπως στην περίπτωση των δασολίβαδων. Η λιοστριτσίδα χτίζει τη φωλιά της με φυτικό υλικό πάνω στα μεγάλα αυτά δέντρα και σε αυτήν γεννά 3-4 αυγά το Μάιο, η επώαση των οποίων διαρκεί σχεδόν δύο εβδομάδες. Το είδος τρέφεται με έντομα, κυρίως ακρίδες και γρύλους, καθώς και μαλακούς καρπούς δέντρων. Στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών, το απαραγνώριστο κελάηδισμά της αντηχεί σε ορισμένα σημεία με γηραιά ελαιόδεντρα, δύσκολα όμως το ίδιο το πουλί μπορεί να παρατηρηθεί, καθώς πρόκειται για αρκετά ντροπαλό και κρυπτικό είδος. Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 2009/147 της Ε.Ε.

Η λιοστριτσίδα είναι ένα μικρό στρουθιόμορφο πτηνό. Έχει γκριζωπό πάνω μέρος του σώματος, ανοιχτόχρωμο κάτω μέρος, ενώ τα φτερά τις ουράς και των φτερούγων είναι σκουρόχρωμα με χαρακτηριστικό λευκό πάνελ στα τριτεύοντα. Το ράμφος είναι μακρύ, με κιτρινοπορτοκαλί χρώμα. Έχει περιορισμένη παγκόσμια κατανομή με χώρο αναπαραγωγής χαμηλές σε υψόμετρο περιοχές της ανατολικής Μεσογείου και χώρο […]

Περισσότερα

Αιγαιόσαυρα

Η αιγαιόσαυρα είναι μεσαίου μεγέθους σαύρα που εμφανίζει εντυπωσιακή ποικιλομορφία. Το μήκος σώματος διαφέρει από πληθυσμό σε πληθυσμό και μπορεί να φτάσει τα 10 εκ., ενώ η μακριά ουρά έχει περίπου διπλάσιο μήκος. Τα αρσενικά άτομα είναι μεγαλύτερα και πιο εύρωστα από τα θηλυκά. Η χρωματική ποικιλία είναι επίσης μεγάλη, όμως ο τυπικός χρωματισμός της ράχης είναι καφέ ή λαδί με πολυάριθμες σκουρόχρωμες κηλίδες. Ειδικά στα θηλυκά, σχηματίζονται σκουρόχρωμες λωρίδες κατά μήκος της ράχης. Η κοιλία είναι ανοιχτόχρωμη, όμως κατά την αναπαραγωγική περίοδο, τα ενήλικα αρσενικά αποκτούν έντονα πορτοκαλί ή κίτρινα χρώματα στον λαιμό και μέρος της κοιλιάς. Η κατανομή του είδους περιλαμβάνει τα νότια Βαλκάνια. Στην Ελλάδα απαντάται σχεδόν σε ολόκληρη την ηπειρωτική χώρα, καθώς σε πολλά νησιά του Αιγαίου. Η αιγαιόσαυρα συναντάται σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι και σε υψόμετρο 2.000 μ., σε θαμνότοπους με φρυγανική και μακκία βλάστηση, σε βραχώδεις περιοχές, σε ξερολιθιές και κοντά σε ανθρώπινους οικισμούς, ενώ κατοικεί και σε πολλές βραχονησίδες. Είναι ημερόβιο είδος και τρέφεται κατά κύριο λόγο με έντομα, αράχνες και σαλιγκάρια. Σε γενικές γραμμές, η περίοδος αναπαραγωγής διαρκεί από την αρχή της άνοιξης έως το τέλος του καλοκαιριού. Τα θηλυκά γενούν 1-5 αυγά, μία ή δύο φορές καθ’ έτος, η επώαση των οποίων διαρκεί περίπου ένα μήνα. Η αιγαιόσαυρα περιλαμβάνεται στα Παραρτήματα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης και ΙV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

Η αιγαιόσαυρα είναι μεσαίου μεγέθους σαύρα που εμφανίζει εντυπωσιακή ποικιλομορφία. Το μήκος σώματος διαφέρει από πληθυσμό σε πληθυσμό και μπορεί να φτάσει τα 10 εκ., ενώ η μακριά ουρά έχει περίπου διπλάσιο μήκος. Τα αρσενικά άτομα είναι μεγαλύτερα και πιο εύρωστα από τα θηλυκά. Η χρωματική ποικιλία είναι επίσης μεγάλη, όμως ο τυπικός χρωματισμός της […]

Περισσότερα

Λειμώνιο το κολπωτό

Το λειμώνιο είναι ένα πολυετές φυτό, ιδιαιτέρως ανθεκτικό στην ξηρασία, αλλά ευαίσθητο στην παγωνιά. Το εύρος κατανομής του περιλαμβάνει την περιοχή της Μεσογείου, από την Μακαρονησία έως τον δυτικό Καύκασο. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται σε μεγάλο μέρος της νότιας και νησιωτικής χώρας όπου απαντά σε άγονες περιοχές με βραχώδες ή αμμώδες έδαφος, όπως παράκτια κυρίως ενδιαιτήματα, αλλά και σε υποβαθμισμένες και αγροτικές περιοχές από το επίπεδο της θάλασσας έως το υψόμετρο των 450 μ. Είναι αρκετά κοινό σε πολλές βραχονησίδες και νησιά, όπως η Δήλος, στην οποία κατά θέσεις σχηματίζει λιβάδια. Το φυτό έχει ύψος 20-60 εκ., έχει χαρακτηριστικό σκληρό βλαστό με κατά μήκος του γραμμοειδή πτερύγια, ενώ τα φύλλα της βάσης φέρουν τρίχες, αναπτύσσονται σε σχηματισμό ρόδακα και είναι επιμήκη, λοβωτά και αντωοειδή. Τα άνθη του είναι λευκά και διατάσσονται σε απλή βοτρυώδη ταξιανθία (κόρυμβο), ενώ το πιο έντονο χαρακτηριστικό του φυτού είναι ο ιδιαίτερος κάλυκας με υφή λεπτού χαρτιού, που φέρει πτυχές και μπλε-ιώδες χρωματισμό. Η άνθηση αυτού του λειμώνιου διαρκεί από τα μέσα της άνοιξης έως τα μέσα του φθινοπώρου. Το λειμώνιο το κολπωτό είναι γνωστό επίσης και με την ονομασία «αμάραντο», κάτι που το οφείλει στην ιδιότητά του να διατηρεί το χρώμα στα δρεπτά άνθη του έως και τέσσερις μήνες.

Το λειμώνιο είναι ένα πολυετές φυτό, ιδιαιτέρως ανθεκτικό στην ξηρασία, αλλά ευαίσθητο στην παγωνιά. Το εύρος κατανομής του περιλαμβάνει την περιοχή της Μεσογείου, από την Μακαρονησία έως τον δυτικό Καύκασο. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται σε μεγάλο μέρος της νότιας και νησιωτικής χώρας όπου απαντά σε άγονες περιοχές με βραχώδες ή αμμώδες έδαφος, όπως παράκτια κυρίως ενδιαιτήματα, […]

Περισσότερα

Κροκοδειλάκι

Το κροκοδειλάκι είναι μια σαύρα με μεγάλο κορμό και έντονα τραχύ δέρμα, όπου ξεχωρίζουν επάρματα και άκανθες, τα οποία δημιουργούν μια φυσική πανοπλία. Το σώμα του κυμαίνεται μεταξύ 15 και 30 εκ. και η ουρά είναι έως 25 εκ. Το γενικό χρώμα σώματος είναι σκούρο γκρίζο. Η ράχη φέρει σχηματισμούς που μοιάζουν με αστέρια σε πιο ανοιχτό πρότυπο. Ο πληθυσμός της Δήλου χαρακτηρίζεται από υπόλευκο ή υποκίτρινο χρώμα στο πάνω μέρος της κεφαλής και μπλε χρώσεις στα πρόσθια άκρα. Το κροκοδειλάκι εξαπλώνεται στη Μέση Ανατολή, την Κύπρο και την Ελλάδα, όπου απαντάται στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, στις κεντρικές Κυκλάδες, την Κέρκυρα, τους Παξούς, την Θεσσαλονίκη, ενώ πρόσφατα έχει εντοπιστεί στην Κρήτη και την Κάρπαθο. Η διατροφή του βασίζεται στα ασπόνδυλα (κυρίως στα έντομα), αλλά μπορεί να τραφεί και με μικρόσωμες σαύρες και ποντίκια. Αναπαράγεται από τα μέσα της άνοιξης έως τον Ιούνιο και τα θηλυκά άτομα γεννούν 3-12 αυγά άπαξ ανά έτος. Το είδος αναφέρεται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης και στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43 της Ε.Ε. Οι Έλληνες της Ιωνίας το ονόμασαν «κροκόδειλο», καθώς το έβλεπαν πάντα σε πέτρες και βράχια (κροκή = βότσαλο και δρίλος = σκουλήκι), τυπική εικόνα και στις μέρες μας: τα κροκοδειλάκια επιλέγουν θέσεις ψηλά πάνω σε ξερολιθιές ή βράχια και ανεβοκατεβάζουν το κεφάλι τους, τυπική συμπεριφορά των σαυρών της Οικογένειας Agamidae. Ο πυκνός πληθυσμός της Δήλου είχε εντυπωσιάσει τον J.P. Turnefort, ο οποίος μάλιστα απεικονίζει το κροκοδειλάκι στο βιβλίο του για τις περιηγήσεις του στην Ανατολή.

Το κροκοδειλάκι είναι μια σαύρα με μεγάλο κορμό και έντονα τραχύ δέρμα, όπου ξεχωρίζουν επάρματα και άκανθες, τα οποία δημιουργούν μια φυσική πανοπλία. Το σώμα του κυμαίνεται μεταξύ 15 και 30 εκ. και η ουρά είναι έως 25 εκ. Το γενικό χρώμα σώματος είναι σκούρο γκρίζο. Η ράχη φέρει σχηματισμούς που μοιάζουν με αστέρια σε […]

Περισσότερα

Βαλκανοβάτραχος

Ο βαλκανοβάτραχος είναι μεσαίου μεγέθους άνουρο αμφίβιο, που μπορεί να φτάσει σε μήκος τα 10 εκ. Συνήθως τα θηλυκά άτομα είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Η ράχη είναι πρασινωπή ή λαδί, με διάσπαρτα μεγάλα σκούρα καφέ ή καστανά στίγματα, ενώ φέρει πλευρικά δύο παράλληλες δερματικές πτυχές. Η κοιλιά είναι λευκή ή μπεζ. Τα αρσενικά διαθέτουν δύο φωνητικούς σάκους εκατέρωθεν του στόματος. Η εξάπλωση του είδους περιορίζεται στα Βαλκάνια, ενώ στην Ελλάδα περιλαμβάνει σχεδόν το σύνολο της ηπειρωτικής χώρας, εκτός από τη Θράκη, αλλά και την Εύβοια και σημαντικό αριθμό νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου. Τρέφεται με υδρόβια ασπόνδυλα και χερσαία αρθρόποδα τα οποία συλλαμβάνει από τις θέσεις γύρω από τις υδατοσυλλογές. Πρόκειται για είδος που ζει σε ομάδες, σε ποικιλία υδάτινων οικοσυστημάτων. Δραστηριοποιείται την ημέρα και καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ενώ η αναπαραγωγή λαμβάνει χώρα την άνοιξη και στις αρχές του φθινοπώρου. Τα θηλυκά γενούν χιλιάδες αυγά, τα οποία και εναποθέτουν μέσα στο νερό. Ο βαλκανοβάτραχος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης και στο Παράρτημα V της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Ενήλικη πρασινόσαυρα (Lacerta viridis) που λιάζεται σε ερείπια του αρχαίου μαντείου.

Ο βαλκανοβάτραχος είναι μεσαίου μεγέθους άνουρο αμφίβιο, που μπορεί να φτάσει σε μήκος τα 10 εκ. Συνήθως τα θηλυκά άτομα είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Η ράχη είναι πρασινωπή ή λαδί, με διάσπαρτα μεγάλα σκούρα καφέ ή καστανά στίγματα, ενώ φέρει πλευρικά δύο παράλληλες δερματικές πτυχές. Η κοιλιά είναι λευκή ή μπεζ. Τα αρσενικά διαθέτουν […]

Περισσότερα

Τρανόσαυρα

Η τρανόσαυρα είναι μεγάλη και εύρωστη σαύρα με μήκος σώματος που μπορεί να φτάσει τα 16 εκ. και μακριά ουρά με διπλάσιο τουλάχιστον μήκος. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σαύρα με άκρα που απαντάται στην Ελλάδα. Έχει μεγάλο, ελαφρώς οξύρυγχο κεφάλι και μεγάλα άκρα. Ο χρωματισμός της ράχης στα ενήλικα αρσενικά είναι έντονου πράσινου χρώματος και είναι ομοιόμορφος σε ολόκληρο το σώμα, με την κοιλιακή πλευρά να είναι πιο ανοιχτόχρωμη και συχνά κιτρινωπή. Κατά την αναπαραγωγική περίοδο, τα αρσενικά μπορεί να φέρουν μπλε χρωματισμό στα πλαϊνά του λαιμού. Τα θηλυκά διαφοροποιούνται από τα αρσενικά χάρη στο εμφανώς μικρότερο κεφάλι τους, ενώ συχνά έχουν αχνές λευκές γραμμές στην ράχη και λευκές βουλές στα πλευρά. Ο χρωματισμός των ανήλικων ατόμων διαφέρει εμφανώς από εκείνον των ενήλικων, καθώς μπορεί να έχουν ενιαίο καφέ ή λαδί χρώμα ή να φέρουν τρεις έντονες λευκές ρίγες κατά μήκος της ράχης και λευκές βούλες στα πλευρά, σε σκούρο καφέ φόντο, χαρακτηριστικός χρωματισμός που έχει δώσει και το όνομα του είδους. Η τρανόσαυρα κατανέμεται στη νότια Βαλκανική χερσόνησο και τις βαλκανικές ακτές τις Αδριατικής Θάλασσας. Στην Ελλάδα έχει ευρύτατη κατανομή και είναι πολύ κοινό είδος, καθώς απαντάται σε ολόκληρη την ηπειρωτική χώρα και τα περισσότερα νησιά. Η τρανόσαυρα τρέφεται κυρίως με ασπόνδυλα, αλλά και με μικρότερες σαύρες, ακόμη και μικροθηλαστικά. Η αναπαραγωγή λαμβάνει χώρα την άνοιξη και τα θηλυκά γεννούν 6-20 αυγά στις αρχές του καλοκαιριού. Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα IV της Οδηγίας των Οικοτόπων 92/43/ ΕΟΚ και στο Παράρτημα II της Σύμβασης της Βέρνης.

Η τρανόσαυρα είναι μεγάλη και εύρωστη σαύρα με μήκος σώματος που μπορεί να φτάσει τα 16 εκ. και μακριά ουρά με διπλάσιο τουλάχιστον μήκος. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σαύρα με άκρα που απαντάται στην Ελλάδα. Έχει μεγάλο, ελαφρώς οξύρυγχο κεφάλι και μεγάλα άκρα. Ο χρωματισμός της ράχης στα ενήλικα αρσενικά είναι έντονου πράσινου χρώματος και […]

Περισσότερα

Κρόκος ο εσχαρωτός

Ο κρόκος είναι ένα μικρό πολυετές είδος φυτού, το οποίο κατανέμεται στα Βαλκάνια και στην Τουρκία. Στην Ελλάδα έχει αρκετά μεγάλη εξάπλωση, τόσο στο ηπειρωτικό τμήμα της, όσο και σε αρκετά νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου. Τα άνθη του συνήθως είναι λευκά, ή λευκά με ιώδη δικτυωτές ραβδώσεις, διαθέτουν τρεις κίτρινους ανθήρες και πολλούς πορτοκαλί ή κίτρινου χρωματισμού βραχίονες των στιγμάτων του στύλου οι οποίοι δεν προεξέ- χουν από το περιάνθιο. Το είδος φέρει βολβό ο οποίος περιβάλλεται από μεμβρανώδεις δικτυωτούς νηματώδεις χιτώνες, τα φύλλα του είναι πράσινου χρώματος, λεπτά σε σχήμα λόγχης και είναι υστεράνθια, δηλαδή εμφανίζονται μετά με την άνθησή του, η οποία διαρκεί από τον Σεπτέμβριο μέχρι το Νοέμβριο. Τα ενδιαιτήματα του είδους περιλαμβάνουν θαμνότοπους, φρυγανότοπους και ανοίγματα δασών, με την προϋπόθεση να βρίσκονται σε πετρώδεις ή βραχώδεις περιοχές, από το επίπεδο της θάλασσας έως και τα 1.500 μ υψόμετρο. Είναι το πρώτο είδος κρόκου που ανθίζει το φθινόπωρο.

Ο κρόκος είναι ένα μικρό πολυετές είδος φυτού, το οποίο κατανέμεται στα Βαλκάνια και στην Τουρκία. Στην Ελλάδα έχει αρκετά μεγάλη εξάπλωση, τόσο στο ηπειρωτικό τμήμα της, όσο και σε αρκετά νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου. Τα άνθη του συνήθως είναι λευκά, ή λευκά με ιώδη δικτυωτές ραβδώσεις, διαθέτουν τρεις κίτρινους ανθήρες και πολλούς […]

Περισσότερα

Αργυροπελεκάνος

Ο αργυροπελεκάνος είναι ένα από τα μεγαλύτερα πουλιά με μήκος από 1,60 έως 1,80 μ. και άνοιγμα φτερών που φτάνει τα 3,45 μ. Έχει ανοιχτό γκρίζο χρώμα και φέρει χαρακτηριστική τούφα σγουρών φτερών στο κεφάλι και το πίσω μέρος του λαιμού. Το ράμφος του είναι μεγάλο και φέρει σάκο στο κάτω μέρος του για να συλλαμβάνει τα ψάρια με τα οποία τρέφεται. Τα νεαρά άτομα έχουν καστανό χρώμα. Το είδος αναπαράγεται από τη νοτιοανατολική Ευρώπη μέχρι τη βορειοδυτική Κίνα, ενώ στην Ελλάδα αναπαράγεται σε λίγες περιοχές, μία εκ των οποίων είναι η Μικρή Πρέσπα. Τα ενδιαιτήματα που προτιμά είναι κυρίως λιμνο- θάλασσες και λίμνες, ενώ χρησιμοποιεί για ανάπαυση προστατευμένες όχθες και νησίδες. Ο αργυροπελεκάνος είναι κοινωνικό είδος που ζει σε ομάδες καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Τρέφεται με ψάρια και αναπαράγεται σε αποικίες. Φωλιάζει σε προστατευμένα σημεία για να αποφύγει τους χερσαίους θηρευτές. Τα θηλυκά γεννούν δύο με τρία αυγά, μια φορά τον χρόνο, και η περίοδος επώασης διαρκεί περίπου ένα μήνα. Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό στον ελληνικό Κόκκινο Κατάλογο, ενώ περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας για τα Πουλιά 2009/147 και στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης.

Ο αργυροπελεκάνος είναι ένα από τα μεγαλύτερα πουλιά με μήκος από 1,60 έως 1,80 μ. και άνοιγμα φτερών που φτάνει τα 3,45 μ. Έχει ανοιχτό γκρίζο χρώμα και φέρει χαρακτηριστική τούφα σγουρών φτερών στο κεφάλι και το πίσω μέρος του λαιμού. Το ράμφος του είναι μεγάλο και φέρει σάκο στο κάτω μέρος του για να […]

Περισσότερα

Βίδρα

Η βίδρα είναι ένα αρκετά μεγάλο υδρόβιο σαρκοφάγο. Έχει μήκος σώματος που μπορεί να φτάσει τα 95 εκ. και μυώδη ουρά με μήκος 35 με 45 εκ. Το βάρος μπορεί να φτάσει τα 12 κιλά. Συνήθως, τα αρσενικά άτομα είναι πιο μεγαλόσωμα από τα θηλυκά. Έχει μακρόστενο σώμα με κοντά άκρα και μεμβράνες ανάμεσα σε όλα τα δάκτυλα. Το κεφάλι είναι πλατύ και βραχύρυγχο, με μικρά αυτιά. Το τρίχωμα είναι κοντό και έχει καφέ χρώμα στην ράχη, ενώ στον λαιμό και την κοιλιά είναι υπόλευκο. Παρουσιάζει πολύ ευρεία κατανομή που περιλαμβάνει μεγάλα τμήματα της Ευρώπης και της Ασίας. Στην Ελλάδα, το είδος απαντάται στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδα και σε ορισμένα νησιά. Τη συναντάμε σε ποτάμια, ρυάκια και λίμνες, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι και μεγάλα υψόμετρα. Τρέφεται κυρίως με ψάρια, αλλά η διατροφή της περιλαμβάνει και αμφίβια και καρκινοειδή. Δραστηριοποιείται κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Είναι μοναχικό και χωροκρατικό ζώο που σχηματίζει επικράτειες. Τα θηλυκά γεννούν ένα με τρία μικρά κάθε ένα ή δύο χρόνια. Η βίδρα περιλαμβάνεται στα Παραρτήματα ΙΙ και ΙV της Οδηγίας 92/43 της Ε.Ε. και στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης, ενώ χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον στον ελληνικό Κόκκινο Κατάλογο. Ο αρχαίος συγγραφέας Αιλιανός αποκαλεί τη βίδρα κύων ο ποτάμιος, χαρακτηρισμός που επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας σε ορισμένες περιοχές, όπου αποκαλείται ποταμόσκυλο.

Η βίδρα είναι ένα αρκετά μεγάλο υδρόβιο σαρκοφάγο. Έχει μήκος σώματος που μπορεί να φτάσει τα 95 εκ. και μυώδη ουρά με μήκος 35 με 45 εκ. Το βάρος μπορεί να φτάσει τα 12 κιλά. Συνήθως, τα αρσενικά άτομα είναι πιο μεγαλόσωμα από τα θηλυκά. Έχει μακρόστενο σώμα με κοντά άκρα και μεμβράνες ανάμεσα σε […]

Περισσότερα

Ελαφοκάνθαρος

Το ελαφοκάνθαρος είναι ένα από τα μεγαλύτερα σκαθάρια στην Ευρώπη, με ενήλικα αρσενικά να φτάνουν έως τα 7,5 εκ. σε μήκος, χωρίς να υπολογίζονται τα εντυπωσιακά κέρατά τους που στην πραγματικότητα είναι οι πολύ μεγάλες γνάθοι του. Κατανέμεται κυρίως στην κεντρική και νότια Ευρώπη, προτιμώντας παλιά δάση φυλλοβόλων δέντρων, ιδίως δρυός. Τα ενήλικα εμφανίζονται κατά τους θερινούς μήνες, συχνά πετώντας στο λυκόφως αναζητώντας ταίρι. Οι προνύμφες ζουν μέσα σε σάπια ξύλα και νεκρά δέντρα, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην αποσύνθεση της ξυλώδους ύλης. Το είδος είναι εδαφικό και τα αρσενικά συχνά εμπλέκονται σε μονομαχίες με τα κέρατά τους για τον έλεγχο των επικρατειών και των θηλυκών.

Το ελαφοκάνθαρος είναι ένα από τα μεγαλύτερα σκαθάρια στην Ευρώπη, με ενήλικα αρσενικά να φτάνουν έως τα 7,5 εκ. σε μήκος, χωρίς να υπολογίζονται τα εντυπωσιακά κέρατά τους που στην πραγματικότητα είναι οι πολύ μεγάλες γνάθοι του. Κατανέμεται κυρίως στην κεντρική και νότια Ευρώπη, προτιμώντας παλιά δάση φυλλοβόλων δέντρων, ιδίως δρυός. Τα ενήλικα εμφανίζονται κατά […]

Περισσότερα

Ανατολική Τσαπερδόνα

Η ανατολική τσαπερδόνα είναι σαύρα με μήκος σώματος που μπορεί να φτάσει τα 8,5 εκ. και ουρά με διπλάσιο περίπου μήκος. Τα αρσενικά έχουν πιο ρωμαλέα κατασκευή από τα θηλυκά και πιο μεγάλο κεφάλι. Ο χρωματισμός τις ράχης είναι συνήθως γκριζωπός, με σκουρόχρωμες κηλίδες κατά μήκος της, οι οποίες ενίοτε μπορεί να είναι πολύ πυκνές και να σχηματίζουν ραβδώσεις. Τα ενήλικα αρσενικά έχουν μπλε κηλίδες στα πλευρά τους, οι οποίες συχνά είναι πολύ έντονες, ειδικά κατά την αναπαραγωγική περίοδο, κατά την οποία μπορεί επιπλέον να εμφανίζουν και έντονο πορτοκαλί χρώμα στον λαιμό και την κοιλιά. Τα θηλυκά έχουν συνήθως ανοιχτόχρωμες ραβδώσεις στη ράχη. Η ανατολική τσαπερδόνα είναι ενδημικό είδος της ανατολικής Πελοποννήσου. Απαντάται κυρίως σε θαμνώδη και πετρώδη ενδιαιτήματα. Είναι ημερόβιο είδος και δραστηριοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η διατροφή της περιλαμβάνει κυρίως έντομα και άλλα εδαφόβια ασπόνδυλα. Είναι είδος χωροκρατικό και αναπαράγεται από την αρχή της άνοιξης ως το τέλος του καλοκαιριού. Τα θηλυκά γεννούν ένα με έξι αυγά, συνήθως δύο φορές τον χρόνο. Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης, καθώς και στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

Η ανατολική τσαπερδόνα είναι σαύρα με μήκος σώματος που μπορεί να φτάσει τα 8,5 εκ. και ουρά με διπλάσιο περίπου μήκος. Τα αρσενικά έχουν πιο ρωμαλέα κατασκευή από τα θηλυκά και πιο μεγάλο κεφάλι. Ο χρωματισμός τις ράχης είναι συνήθως γκριζωπός, με σκουρόχρωμες κηλίδες κατά μήκος της, οι οποίες ενίοτε μπορεί να είναι πολύ πυκνές […]

Περισσότερα

Γαλαζοκότσυφας

Ο γαλαζοκότσυφας είναι επιδημητικό είδος στρουθιόμορφου πτηνού μεσαίου μεγέθους. Τα αρσενικά έχουν κυανό χρώμα, ενώ τα θηλυκά είναι γκριζοκαφέ με ανοιχτόχρωμα στίγματα. Διαθέτει μακρύ ράμφος και το κελάηδισμα των αρσενικών είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό και μελωδικό. Εξαπλώνεται από την δυτική Μεσόγειο έως την Ινδονησία, σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές. Το είδος είναι τυπικό της Μεσογείου, ενώ στην Ελλάδα κατοικεί όλο τον χρόνο και εντοπίζεται αποκλειστικά σε βραχώδη μεσογειακά οικοσυστήματα, με φρυγανική ή μακκία βλάστηση. Τρέφεται με αρθρόποδα, μικρές σαύρες και σπόρους. Φωλιάζει σε σχισμές βράχων, ξερολιθιών και άλλων ανθρώπινων κατασκευών, συμπεριλαμβανομένων αρχαιολογικών μνημείων και ερειπίων. Το Κάστρο του Ακροκορίνθου αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές θέσεις όπου απαντάται το είδος, καθώς προσφέρει πολλές θέσεις φωλεοποίησης και τροφοληψίας Οι θηλυκοί γαλαζοκότσυφες γεννούν 4-5 αυγά, με την επώαση να διαρκεί περίπου 2 εβδομάδες. Η ονομασία του είδους κατά την αρχαιότητα ήταν Κύανος, εξαιτίας του χαρακτηριστικού μπλε χρώματος των αρσενικών.

Ο γαλαζοκότσυφας είναι επιδημητικό είδος στρουθιόμορφου πτηνού μεσαίου μεγέθους. Τα αρσενικά έχουν κυανό χρώμα, ενώ τα θηλυκά είναι γκριζοκαφέ με ανοιχτόχρωμα στίγματα. Διαθέτει μακρύ ράμφος και το κελάηδισμα των αρσενικών είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό και μελωδικό. Εξαπλώνεται από την δυτική Μεσόγειο έως την Ινδονησία, σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές. Το είδος είναι τυπικό της Μεσογείου, ενώ […]

Περισσότερα

Ελιά

Η ελιά είναι ένα αειθαλές δέντρο ή θάμνος με ευρεία κατανομή σε περιοχές χαμηλού υψομέτρου γύρω από την λεκάνη της Μεσογείου, με το υποείδος O. e. europaea να είναι ο εκπρόσωπος των μεσογειακών ευρωπαϊκών χωρών. Εμφανίζεται τόσο με την άγρια μορφή της, όσο και με την καλλιεργούμενη από την αρχαιότητα και αποτελεί ένα πολύ χαρακτηριστικό είδος στη ζώνη ευμεσογειακής βλάστησης. Είναι φωτόφιλο και θερμόφιλο είδος με αργή ανάπτυξη και αντοχή στην ξηρασία. Η δενδρώδη μορφή της φτάνει σε ύψος έως και 15 μέτρα, έχει μεγάλη διάμετρο κόμης και κορμό ισχυρό, ο οποίος είναι λείος στα νεαρά δέντρα και σε μεγάλη ηλικία σχηματίζει χαρακτηριστικές κοιλότητες και αυλακώσεις. Τόσο ο κορμός, όσο και τα κλαδιά της είναι γκρίζου χρωματισμού. Φέρει μικρά πρασινωπά στην πάνω, και γκριζοπράσινα με τρίχωμα στην κάτω επιφάνειά τους φύλλα με λογχοειδή ή αντωοειδή μορφή ελάσματος, οξυκόρυφα, αμβλυκόρυφα ή ακιδόληκτα, με κοντό μίσχο. Τα άνθη της ελιάς είναι διγενή, χωρίς ποδίσκο, λευκού χρώματος και διατάσσονται σε βοτρυώδεις ταξιανθίες. Η ανθοφορία λαμβάνει χώρα τέλη της άνοιξης με αρχές καλοκαιριού. Ο καρπός είναι ωοειδής δρύπη, μήκους έως 3,5 εκ., ο οποίος κατά την ωρίμανση, τέλη του φθινοπώρου με αρχές του χειμώνα, γίνεται μαύρος. Στο εσωτερικό του καρπού φέρει σκληρό, ελλειψοειδές πυρήνα. Η ελιά είναι ένα πάρα πολύ κοινό είδος στην περιοχή της Ακρόπολης, της Αρχαίας Αγοράς και των γύρω λόφων, το οποίο σύμφωνα με το μύθο το φύτευσε η θεά Αθηνά στο βράχο της Ακρόπολης κατά την αναμέτρησή της με τον θεό Ποσειδώνα. Το δώρο που προσέφερε ο Ποσειδώνας στην πόλη ήταν μια μικρή λίμνη με αλμυρό νερό και της Αθηνάς μία ελιά γεμάτη καρπούς, η πρώτη όλης της χώρας.

Η ελιά είναι ένα αειθαλές δέντρο ή θάμνος με ευρεία κατανομή σε περιοχές χαμηλού υψομέτρου γύρω από την λεκάνη της Μεσογείου, με το υποείδος O. e. europaea να είναι ο εκπρόσωπος των μεσογειακών ευρωπαϊκών χωρών. Εμφανίζεται τόσο με την άγρια μορφή της, όσο και με την καλλιεργούμενη από την αρχαιότητα και αποτελεί ένα πολύ χαρακτηριστικό […]

Περισσότερα

Κρασπεδωτή χελώνα

Η κρασπεδοχελώνα είναι η μεγαλύτερη χερσαία χελώνα που απαντάται στην Ελλάδα. Το χέλυό της έχει ωοειδές σχήμα και μέγιστο μήκος 40 εκ. Το χέλυο στα ενήλικα άτομα φέρει χαρακτηριστικό οριζόντιο κράσπεδο, από το οποίο το είδος παίρνει και το όνομά του, και μονή υπερουραία πλάκα. Τα αρσενικά άτομα είναι συνήθως πιο μεγαλόσωμα από τα θηλυκά. Το χρώμα του χελύου είναι μαύρο, με ανοιχτόχρωμες κηλίδες σε κάθε πλάκα, ενώ το πλάστρο έχει κίτρινο χρώμα, με σκούρα χαρακτηριστικά τριγωνικά σχέδια. Η εξάπλωση της κρασπεδοχελώνας περιλαμβάνει μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας, την Εύβοια και ορισμένα άλλα νησιά, τη νότια Αλβανία και τη Σαρδηνία. Απαντάται κυρίως σε ενδιαιτήματα με φρυγανική ή μακκία βλάστηση, καθώς και σε ελαιώνες και καλλιέργιες. Το είδος είναι ημερόβιο και δραστηριοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, όμως αποφεύγει τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού. Είναι κυρίως φυτοφάγο ζώο, αλλά μπορεί ενίοτε να συμπεριλάβει στη διατροφή της και κάποια ασπόνδυλα. Αναπαράγεται την άνοιξη και τα θηλυκά γεννούν 3-12 αυγά, τα οποία θάβουν στο χώμα. Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης, καθώς και στα Παραρτήματα ΙΙ και IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Τέλος, περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης CITES για το εμπόριο άγριων ειδών.

Η κρασπεδοχελώνα είναι η μεγαλύτερη χερσαία χελώνα που απαντάται στην Ελλάδα. Το χέλυό της έχει ωοειδές σχήμα και μέγιστο μήκος 40 εκ. Το χέλυο στα ενήλικα άτομα φέρει χαρακτηριστικό οριζόντιο κράσπεδο, από το οποίο το είδος παίρνει και το όνομά του, και μονή υπερουραία πλάκα. Τα αρσενικά άτομα είναι συνήθως πιο μεγαλόσωμα από τα θηλυκά. […]

Περισσότερα

Κλωστιδάκι

Το κλωστιδάκι είναι ενδημικό είδος της Κρήτης και η εξάπλωσή του περιλαμβάνει μόνο το δυτικό μέρος του νησιού και ορισμένες νησίδες. Απαντάται σε πετρώδη ενδιαιτήματα με θαμνώδη βλάστηση. Είναι ημερόβιο και κατά βάση εδαφόβιο είδος, ενώ τρέφεται κυρίως με αρθρόποδα και σαλιγκάρια. Τα θηλυκά γεννούν 1-5 αυγά. Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον στον ελληνικό Κόκκινο Κατάλογο, ενώ περιλαμβάνεται και στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

Το κλωστιδάκι είναι ενδημικό είδος της Κρήτης και η εξάπλωσή του περιλαμβάνει μόνο το δυτικό μέρος του νησιού και ορισμένες νησίδες. Απαντάται σε πετρώδη ενδιαιτήματα με θαμνώδη βλάστηση. Είναι ημερόβιο και κατά βάση εδαφόβιο είδος, ενώ τρέφεται κυρίως με αρθρόποδα και σαλιγκάρια. Τα θηλυκά γεννούν 1-5 αυγά. Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον στον ελληνικό Κόκκινο […]

Περισσότερα

Λευκοτσικνιάς

Ο Λευκοτσικνιάς είναι ένας μεσαίου μεγέθους ερωδιός με ευρεία κατανομή σε Ευρώπη, Αφρική, Ασία και Ωκεανία. Στην Ελλάδα είναι αρκετά κοινός και απαντά σε όλη την επικράτεια, οπουδήποτε υπάρχει κατάλληλο ενδιαίτημα. Προτιμά υγροτόπους γλυκού αλλά και υφάλμυρου νερού, κυρίως ρηχούς, από βάλτους, έλη, λίμνες, λιμνοθάλασσες, έως ποτάμια, κανάλια, λασποτόπια, αλλά συχνάζει και σε θαλάσσιες ακτές, υδατοκαλλιέργειες, αγροτικές περιοχές με υγρολίβαδα και ορυζώνες, ακόμη και σε αρδευ- τικά και αποστραγγιστικά κανάλια. Σχηματίζει αναπαραγωγικές αποικίες σε παραλίμνια και παραποτάμια δάση, καλαμιώνες, συστάδες δέντρων κοντά σε μεγάλους υγροτόπους, καθώς και σε ορισμένες ακατοίκητες νησίδες. Το χρώμα του φτερώματός του είναι λευκό, τα πόδια του μακριά σκούρα με πρασινοκίτρινα δάχτυλα, το ράμφος μαύρο και μακρύ και ο λαιμός του επίσης μακρύς. Κατά την αναπαραγωγική περίοδο στο κεφάλι του εμφανίζεται μακρύ λοφίο, ενώ στη ράχη του σχηματίζεται ένας εντυπωσιακός λευκός μανδύας. Στήνει τη φωλιά του πάντα πάνω σε δέντρα, θάμνους ή καλάμια και γεννά 3-6 γαλάζια αυγά, τα οποία επωάζει για περίπου 21-25 ημέρες. Αναπαράγεται μία φορά το χρόνο στα τέλη της άνοιξης. Το είδος είναι μεταναστευτικό στην Ελλάδα, έρχεται στα μέσα της άνοιξης και μένει ως τα μέσα φθινοπώρου, αλλά αρκετά άτομα, κυρίως σε νότιες περιοχές, μένουν και διαχειμάζουν. Είναι αρκετά συχνή η παρατήρηση πολλών ατόμων μαζί, τόσο στη μετανάστευση, όσο και κατά την τροφοληψία. Η δίαιτά του περιλαμβάνει μία πολύ μεγάλη ποικιλία ειδών πανίδας, από πληθώρα ασπόνδυλων, όπως έντομα, μαλάκια, καβούρια και αμφίποδα, έως μικρά σπονδυλωτά, κυρίως ψάρια, αμφίβια και ερπετά.

Ο Λευκοτσικνιάς είναι ένας μεσαίου μεγέθους ερωδιός με ευρεία κατανομή σε Ευρώπη, Αφρική, Ασία και Ωκεανία. Στην Ελλάδα είναι αρκετά κοινός και απαντά σε όλη την επικράτεια, οπουδήποτε υπάρχει κατάλληλο ενδιαίτημα. Προτιμά υγροτόπους γλυκού αλλά και υφάλμυρου νερού, κυρίως ρηχούς, από βάλτους, έλη, λίμνες, λιμνοθάλασσες, έως ποτάμια, κανάλια, λασποτόπια, αλλά συχνάζει και σε θαλάσσιες ακτές, […]

Περισσότερα

Γυπαετός

Ο γυπαετός είναι είδος μεγάλου γύπα με άνοιγμα φτερών που μπορεί να φτάσει τα 2,70 μ. Η ράχη και τα φτερά είναι σκούρα γκρίζα, ενώ ολόκληρη η κάτω πλευρά, ο λαιμός και το κεφάλι είναι χρώματος κρεμ ή στο χρώμα τις σκουριάς. Ξεχωρίζει κατά την πτήση από την έντονα σφηνοειδή ουρά. Στο κάτω μέρος του ράμφους φέρει τούφα από μαύρες τρίχες που μοιάζουν με γένι, χαρακτηρισμό που του δίνει και το όνομά του (barbatus = γενειοφόρος). Το είδος κατανέμεται στη νότια Ευρώπη, από την Τουρκία έως την κεντρική Ασία, καθώς και τη βορειοδυτική, την ανατολική και τη νότια Αφρική. Στην Ελλάδα, το είδος απαντάται μόνο στην Κρήτη, μετά την εξαφάνισή του από την ηπειρωτική χώρα στα τέλη της δεκαετίας του 1990, και ο πληθυσμός του δεν ξεπερνά τα 50 άτομα. Ο γυπαετός ζει σε ορεινά οικοσυστήματα, και στην Ελλάδα τον συναντάμε σε υψόμετρα από τα 600 έως τα 2.500 μ. Είναι ημερόβιο αρπακτικό επιδημητικό πουλί και τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με κόκκαλα νεκρών ζώων, χαρακτηριστικό που στην Κρήτη του έχει δώσει το παρατσούκλι κοκκαλάς. Αφήνει τα κόκκαλα να πέσουν από μεγάλο ύψος και στη συνέχεια καταπίνει τα κομμάτια ολόκληρα. Η αναπαραγωγική περίοδος διαρκεί από τον Νοέμβριο έως τον Ιανουάριο. Ο γυπαετός σχηματίζει ζευγάρια δια βίου και φωλιάζει σε ορθοπλαγιές και προεξοχές βράχων. Τα θηλυκά γεννούν 1-2 αυγά, τα οποία επωάζουν και οι δύο γονείς για μια περίοδο 55 περίπου ημερών. Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον στον ελληνικό Κόκκινο Κατάλογο, με τη σημαντικότερη απειλή που αντιμετωπίζει να είναι η χρήση παράνομων δηλητηριασμένων δολωμάτων. Περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας για τα Πουλιά 2009/147 και στο Παράρτημα ΙΙ της Συμβάσεις της Βέρνης.

Ο γυπαετός είναι είδος μεγάλου γύπα με άνοιγμα φτερών που μπορεί να φτάσει τα 2,70 μ. Η ράχη και τα φτερά είναι σκούρα γκρίζα, ενώ ολόκληρη η κάτω πλευρά, ο λαιμός και το κεφάλι είναι χρώματος κρεμ ή στο χρώμα τις σκουριάς. Ξεχωρίζει κατά την πτήση από την έντονα σφηνοειδή ουρά. Στο κάτω μέρος του […]

Περισσότερα

Βραχοκιρκίνεζο

Είναι μετρίου μεγέθους γεράκι με μήκος σώματος που φτάνει έως τα 35 εκ. Παρουσιάζει έντονο φυλετικό διμορφισμό με τα θηλυκά να είναι μεγαλύτερα σε μέγεθος και το φτέρωμά τους να έχει καστανοκόκκινο χρωματισμό με μαύρες γραμμώσεις ενώ τα αρσενικά έχουν καταστανοκόκ- κινη ράχη που διακοσμείται από μαύρα στίγματα. Έχει μια πολύ μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση ενώ πολλοί του πλη- θυσμοί μεταναστεύουν. Στην Ελλάδα το βραχοκιρκίνεζο είναι επιδημητικό, ζει δηλαδή στη χώρα καθ’ όλη τη διάρ- κεια του έτους και αναπαράγεται. Προτιμά αραιά δάση και βραχώδεις περιοχές ενώ μπορεί να ζει έως μεγάλο υψόμε- τρο σε βουνά. Τρέφεται με τρωκτικά όπως οι αρουραίοι, οι μυγαλές και οι μυωξοί αλλά και με μικροπούλια όπως τα σπουργίτια. Το ζευγάρωμα ξεκινά το Μάρτιο και η φω- λιά κατασκευάζεται σε κοιλότητες σε βράχια ή ακόμη και σε δένδρα ενώ μπορούν να χρησιμοποιηθούν και φωλιές εγκαταλειμμένες από άλλα πουλιά. Γεννά μια φορά κάθε χρόνο και η κάθε γέννα αποτελείται από 3-7 αυγά. Τα νεαρά άτομα μένουν μαζί με τους γονείς για περίπου δύο μήνες μέχρι να μάθουν να πετούν και να βρίσκουν την τροφή τους. Είναι από τα πιο κοινά είδη γερακιού και πολύ ευπροσάρμοστο με αποτέλεσμα να πετά ακόμη και στο κέντρο της πόλης, στην αρχαία Αγορά.

Είναι μετρίου μεγέθους γεράκι με μήκος σώματος που φτάνει έως τα 35 εκ. Παρουσιάζει έντονο φυλετικό διμορφισμό με τα θηλυκά να είναι μεγαλύτερα σε μέγεθος και το φτέρωμά τους να έχει καστανοκόκκινο χρωματισμό με μαύρες γραμμώσεις ενώ τα αρσενικά έχουν καταστανοκόκ- κινη ράχη που διακοσμείται από μαύρα στίγματα. Έχει μια πολύ μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση ενώ […]

Περισσότερα

Αυτός ο ιστότοπος είναι καταχωρημένος στο wpml.org ως ιστότοπος ανάπτυξης. Μεταβείτε σε ένα κλειδί ιστότοπου παραγωγής για να remove this banner.